Στη διάρκεια του πολέμου, η χρήση ανορθόδοξης σκέψης και τολμηρών εφαρμογών στην επιστήμη για να αποκτήσει μια χώρα το συγκριτικό πλεονέκτημα είναι θεμιτή και συχνά επιβεβλημένη, εφόσον σκοπός κάθε σύγκρουσης είναι η νίκη και ο περιορισμός της απώλειας ανθρωπίνων ζωών.
Στο πλαίσιο αυτό τοποθετείται και το Project Pigeon (αργότερα ORCON), ένα ανορθόδοξο ερευνητικό πρόγραμμα της Αεροπορίας Στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με στόχο την αντιμετώπιση των περιορισμών των πρώιμων συστημάτων καθοδήγησης πυραύλων.

Εκείνη την περίοδο, τα συστήματα καθοδήγησης μέσω ραδιοκυμάτων και πρώιμων ραντάρ ήταν ευάλωτα σε ηλεκτρονικά αντίμετρα, παρουσίαζαν χαμηλή ακρίβεια και δεν θεωρούνταν ακόμη επιχειρησιακά αξιόπιστα. Ο ειδικός στη μελέτη της συμπεριφοράς, ψυχολόγος Burrhus Frederic Skinner πρότεινε μια εναλλακτική μέθοδο οπτικής καθοδήγησης βασισμένη σε εξαρτημένη ζωική συμπεριφορά. Την άνοιξη του 1940, το πανεπιστήμιο της Μινεσότα, όπου εργαζόταν, ξεκίνησε πειράματα καθοδήγησης κινητών οχημάτων με εκπαιδευμένα περιστέρια. Μέχρι το 1941, ο Skinner άρχισε να πειραματίζεται με περιστέρια που κατεύθυναν οχήματα εναντίον μοντέλων πολεμικών πλοίων.
Μια νέα ώθηση δόθηκε το 1942, με την εξασφάλιση χρηματοδότησης από την αμερικανική κυβέρνηση για την ανάπτυξη ενός συστήματος καθοδήγησης. Το σύστημα περιλάμβανε μια τροποποιημένη κεφαλή πυραύλου που φιλοξενούσε τρία εκπαιδευμένα περιστέρια, τοποθετημένα μπροστά από μια οθόνη από ματ γυαλί. Ένας φακός πρόβαλλε την εικόνα του επιδιωκόμενου στόχου -όπως ενός εχθρικού πλοίου- επάνω στην οθόνη.
Tα περιστέρια εκπαιδεύονταν να ραμφίζουν την εικόνα του στόχου. Όταν η εικόνα παρέμενε κεντραρισμένη, ο πύραυλος διατηρούσε την πορεία του. Αν ο στόχος μετατοπιζόταν εκτός κέντρου, οι αντιδράσεις των περιστεριών μετατρέπονταν μηχανικά (και αργότερα ηλεκτρονικά) σε εντολές ελέγχου που ρύθμιζαν τις επιφάνειες κατεύθυνσης του πυραύλου ώστε να διορθωθεί η πορεία του.

Οι δοκιμές έδειξαν ότι τα περιστέρια λειτουργούσαν με υψηλό βαθμό αξιοπιστίας υπό συνθήκες επιχειρησιακής καταπόνησης, συμπεριλαμβανομένων κραδασμών, θορύβου και υψηλών επιταχύνσεων. Αν υπήρχε πρόβλημα συγκέντρωσης του ζώου, ο Skinner και οι συνεργάτες του πρότειναν την τεχνητή κώφωση του πτηνού για να παραμένει ανεπηρέαστο από εξωτερικά ερεθίσματα. Σύμφωνα με τον Skinner, όλα τα εκπαιδευμένα υποκείμενα πληρούσαν τα κριτήρια απόδοσης χωρίς καμία αποτυχία.
Παρά τα αποτελέσματα αυτά, το πρόγραμμα τερματίστηκε το 1944 και αναβίωσε -για να ακυρωθεί εκ νέου- το 1953 υπό την ονομασία Project ORCON (Organic Control). Το κύριο εμπόδιο δεν ήταν η τεχνική βιωσιμότητα αλλά η αντίδραση της διοίκησης: το εγχείρημα θεωρήθηκε μη πρακτικό ή μη σοβαρό εντός των στρατιωτικών δομών διοίκησης, που προτιμούσαν την ανάπτυξη ηλεκτρονικών συστημάτων καθοδήγησης στη θέση τους.

Σήμερα, φαντάζει απάνθρωπη η χρήση ζώων σε ρόλο καμικάζι, αφού τα περιστέρια θα εξαϋλώνονταν με την πρόσκρουση του πυραύλου. Η άποψη αυτή βέβαια, διαφέρει σημαντικά από το 1940 όπου η επέλαση του πολέμου οδηγούσε στο θάνατο χιλιάδες ανθρώπους, στρατιώτες και αμάχους, καθημερινά. Οπότε η χρήση κάθε δυνατού μέσου για την πολεμική προσπάθεια, θεωρούνταν αποδεκτή.
