Η Bundeswehr προχώρησε σε νέα ανάθεση προς την εταιρεία εκπαίδευσης Top Aces με ορίζοντα δέκα ετών, ένα συμβόλαιο αξίας έως 420 εκατ. ευρώ που παρατείνει το υπάρχον πρόγραμμα συνεργασίας μέχρι το 2035. Η συμφωνία έχει με επίσημο τίτλο Contracted Fast Adversary Air (στη γερμανική Vertrag Schnelle Flugzieldarstellung), με σαφή στόχο τη διατήρηση υψηλού επιπέδου advanced air combat training για τις ανάγκες Αεροπορίας, Στρατού Ξηράς και Ναυτικού. Η επιλογή να “κλειδώσει” η υπηρεσία για μια ολόκληρη δεκαετία δείχνει ότι το Βερολίνο αντιμετωπίζει την αναπαράσταση αντιπάλου ως στρατηγική υποδομή και όχι ως συμπληρωματική παροχή.

Σε ένα σύγχρονο περιβάλλον επιχειρήσεων, η εκπαίδευση στην αερομαχία κρίνεται λιγότερο από τη βασική επίδοση της πλατφόρμας και περισσότερο από το πώς χτίζεται η τακτική κατάσταση, η συνολική εικόνα που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι πιλότοι στον αέρα. Ο “κόκκινος” αντίπαλος οφείλει να δημιουργήσει πίσεση στα φίλια μαχητικά, και οι πιλότοι να έρθουν απέναντι σε ένα δίκτυο απειλών, σε αισθητήρες, σε διαδικασίες, σε δικτύωση και σε ηλεκτρονικό πόλεμο. Έτσι ο κάθε πιλότος θα εκπαιδεύεται σωστά στην πραγματική αλληλουχία εντοπισμού, ταξινόμησης, απόφασης και εμπλοκής. Γι’ αυτό και το μοντέλο του contractor owned contractor operated επιλέγεται ολοένα συχνότερα από κράτη με υψηλές απαιτήσεις διαθεσιμότητας εκπαίδευσης, καθώς επιτρέπει να παράγεται μεγάλος όγκος εξόδων αντίπαλης δύναμης χωρίς να “καίγονται” οι ώρες πτήσης των πολύτιμων αεροσκαφών πρώτης γραμμής.

Για τη Γερμανία τα μαχητικά Eurofighter Typhoon αποτελούν τον βασικό πυρήνα των μαχητικών της, και σηκώνουν το κύριο βάρος των αποστολών ετοιμότητας και επιχειρησιακών απαιτήσεων. Άρα κάθε ώρα που αφιερώνεται σε ρόλο “στόχου” ή “αντιπάλου” για τα γερμανικά Eurofighter, αφαιρείται από την κύρια αποστολή και επιβαρύνει τη φθορά του στόλου. Επίσης, το κόστος ανά ώρα πτήσης των Eurofighter είναι κυριολεκτικά τεράστιο, συνεπώς δεν συμφέρει η χρήση μαχητικών του τύπου για προσομείωση εχθρικής απειλές. Με έναν πάροχο ADAIR, το πρόγραμμα βελτιώνει την αναλογία μεταξύ εκπαιδευτικών αναγκών και διαθέσιμων ωρών, ενώ βοηθά στη συγκράτηση κόστους μέσω καλύτερης διαχείρισης κύκλου ζωής. Το αποτέλεσμα είναι περισσότερες επαναλήψεις σε σενάρια αναχαίτισης, συνοδείας, προστασίας σχηματισμών και σύνθετων προσβολών, με σταθερό ρυθμό που δύσκολα διατηρείται όταν η “κόκκινη” δύναμη προκύπτει αποκλειστικά από μαχητικά προερχόμενα από το ίδιο το οπλοστάσιο της Luftwaffe.

Η Top Aces θα υποστηρίξει το γερμανικό πρόγραμμα με A-4N Skyhawk και αναβαθμισμένα Alpha Jet. Η ουσία της επιλογής δεν βρίσκεται στη “γενιά” των αεροσκαφών, αλλά στον βαθμό μετατροπής τους σε φορείς σύγχρονης αποστολικής λογικής. Το A-4N παρέχει ένα ευέλικτο αεροδυναμικό περίβλημα για επιθετική τακτική κίνηση, ενώ η ενσωμάτωση AESA ραντάρ το καθιστά ικανό να προσεγγίσει πιο πειστικά τον τρόπο με τον οποίο δρα ένα σύγχρονο εχθρικό μαχητικό, ιδιαίτερα όταν το σενάριο απαιτεί ενεργή διαχείριση εκπομπών και “χτίσιμο” εικόνας μάχης.

Κρίσιμος πολλαπλασιαστής είναι το Advanced Aggressor Mission System ή AAMS, ένα πρωτοποριακό σύστημα της Top Aces με ανοικτή αρχιτεκτονική, σχεδιασμένο ώστε το αεροσκάφος να “φορά” διαφορετικούς αισθητήρες και υποσυστήματα ανάλογα με το προφίλ απειλής που πρέπει να αναπαρασταθεί. Η γερμανική επέκταση συνδέεται άμεσα με αυτή τη φιλοσοφία, επειδή το AAMS επιτρέπει στο Skyhawk να ενσωματώνει προηγμένα μέσα και να συμπεριφέρεται ως αντίπαλος που μοιάζει με σύγχρονο μαχητικό, όχι ως απλός στόχος.

Σε δημοσιευμένα στοιχεία για την υλοποίηση της υπηρεσίας, αναφέρονται επιλογές εξοπλισμού όπως παθητικός αισθητήρας IRST, συστήματα ηλεκτρονικής επίθεσης, σύστημα σκοπεύσεως επί κράνους και τακτικός σύνδεσμος δεδομένων. Αυτά τα τέσσερα στοιχεία εξηγούν γιατί η εκπαίδευση ανεβαίνει κλίμακα και μπορεί να εκπαιδεύσει αξιόπιστα τους γερμανούς πιλότους. Ο παθητικός εντοπισμός επιτρέπει στον αντίπαλο να “βλέπει” χωρίς να προδίδεται από τις εκπομπές του μαχητικού του. Ο ηλεκτρονικός πόλεμος εισάγει παρεμβολές, παραπλάνηση και ανάγκη πειθαρχίας στη χρήση αισθητήρων. Η σκόπευση επί κράνους μεταβάλλει δραστικά τη γεωμετρία εμπλοκής, ιδιαίτερα σε σενάρια όπου η απειλή εμφανίζεται από απρόβλεπτες γωνίες. Τέλος η δικτύωση με datalink προσθέτει το στοιχείο της συνεργασίας αντιπάλου, με ανταλλαγή στοιχείων και τακτική “ομαδική” συμπεριφορά. Με τέτοιο πακέτο, ο κάθε πιλότος Eurofighter εκπαιδεύεται σε διαδικασίες αντιμετώπισης απειλής που δεν εξαντλούνται στην κλασική αερομαχία, αλλά επεκτείνονται στη διαχείριση εικόνας μάχης, στην αξιολόγηση ίχνους και στην επιλογή σωστής τακτικής.

Η αναφορά σε εκπαίδευση για Στρατό Ξηράς και Ναυτικό προσθέτει μια δεύτερη, εξίσου ενδιαφέρουσα διάσταση. Η “αεροπορική απειλή” δεν είναι χρήσιμη μόνο για τα μαχητικά της Αεροπορίας. Είναι εργαλείο για να εκπαιδευτούν οι διαδικασίες διακλαδικής αεράμυνας, οι μονάδες εντοπισμού και ανάθεσης στόχου, η πειθαρχία των ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών από τα ραντάρ όλων των κλάδων, η συνεργασία αισθητήρων και οι κανόνες εμπλοκής όταν ο χρόνος αντίδρασης μετριέται σε δευτερόλεπτα. Ένας αντίπαλος που μπορεί να μεταβάλλει προφίλ κρούσης, να συνδυάσει παθητικούς και ενεργούς αισθητήρες και να διεξάγει ηλεκτρονικό πόλεμο, δίνει στις μονάδες εδάφους και στις ναυτικές μονάδες μια πολύ πιο ρεαλιστική εικόνα για το πώς “σπάει” μια άμυνα και πώς πρέπει να δομηθεί η αλληλουχία αναγνώρισης και εμπλοκής.

Η εκπαίδευση υψηλής έντασης απαιτεί επανάληψη, και η επανάληψη απαιτεί διαθέσιμα μέσα σε σταθερό ρυθμό. Όταν ο πάροχος έχει έτοιμο στόλο, πληρώματα και υποδομές, μπορεί να παραδίδει έξοδο αντίπαλης δύναμης με προβλεψιμότητα και χαμηλό κόστος. Αυτό επιτρέπει να σχεδιαστούν κύκλοι εκπαίδευσης με συνέπεια, να μετρηθούν επιδόσεις, να διορθωθούν διαδικασίες και να επανέλθουν τα πληρώματα στο ίδιο πρόβλημα ώσπου να το λύσουν. Σε επίπεδο μαχητικής ικανότητας, αυτό είναι το σημείο όπου γίνεται η διαφορά.

Η ανανέωση για άλλη μια δεκαετία πατά και σε ιστορική συνέχεια. Η Top Aces παρέχει υπηρεσίες αντίπαλης δύναμης στη Bundeswehr από το 2015, ενώ η παρουσία της στη Γερμανία συνδέεται με προγενέστερη ανάθεση που είχε περιγραφεί με βάση επιχειρήσεων στο Wittmundhafen και χρήση A-4N και Alpha Jet. Η νέα συμφωνία ουσιαστικά επιβεβαιώνει ότι η γερμανική αεροπορία αξιολόγησε το αποτέλεσμα και επέλεξε να το επεκτείνει, αντί να το αντιμετωπίσει ως προσωρινή λύση.

Τέλος, η ίδια η εταιρεία προβάλλει μεγέθη που εξηγούν την εμπιστοσύνη κρατών του ΝΑΤΟ σε τέτοιες υπηρεσίες. Αναφέρονται πάνω από 150 χιλιάδες ώρες πτήσης χωρίς ατύχημα, μεγάλος στόλος τακτικών αεροσκαφών και εμπειρία σε ρόλους adversary. Σε ένα πεδίο όπου η ασφάλεια πτήσεων, η τήρηση προτύπων αεροπλοΐας και η ποιότητα τακτικής εκπαίδευσης είναι αδιαπραγμάτευτα, αυτά τα μεγέθη λειτουργούν ως ένδειξη ωριμότητας. Για τη Γερμανία, με το δεκαετές συμβόλαιο, εξασφαλίζεται μια μόνιμη “μηχανή” παραγωγής ρεαλιστικής αντίπαλης απειλής, με αισθητήρες και συμπεριφορά που πιέζουν τις διαδικασίες στο μέγιστο, άρα ενισχύεται απευθείας η επιχειρησιακή ετοιμότητα σε ένα περιβάλλον που απαιτεί συνεχώς υψηλότερο επίπεδο.