Η προμήθεια των PULS από την Ελλάδα για το Πυροβολικό είναι μια επιλογή με στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς εισάγει έναν πολλαπλό εκτοξευτή πυραύλων και ρουκετών που μπορεί να προσφέρει πυκνότητα πυρών, ρυθμό βολής, κινητικότητα και ευελιξία πυρομαχικών από μία κοινή πλατφόρμα. Το PULS θεωρείται εξαιρετικό σύστημα επειδή δεν “κλειδώνει” μια μονάδα σε έναν τύπο αποστολής. Με αλλαγή φορτίου, ο ίδιος εκτοξευτής μπορεί να καλύψει διαφορετικά βεληνεκή, διαφορετικούς τύπους κεφαλών και διαφορετικές απαιτήσεις ακρίβειας. Σε ένα θέατρο όπως το Αιγαίο, όπου η γεωγραφία επιβάλλει διασπορά, πολλά σημεία ανάπτυξης και γρήγορη μετακίνηση, αυτή η φιλοσοφία έχει μια πολύ μεγάλη επιχειρησιακή αξία για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Το PULS, όπως όλα τα προηγμένα ρουκετοβόλα, αποδίδει άριστα όταν ζητείται κάτι απλό ως απαίτηση και δύσκολο ως αποτέλεσμα, δηλαδή να υπάρχει ικανότητα παραγωγής πυρών σε κλίμακα με χαμηλό κόστος ανά βολή. Η αποτροπή στο νησιωτικό περιβάλλον του Αιγαίου, δεν κρίνεται από μία εντυπωσιακή εκτόξευση δεκάδων ή εκατοντάδων ρουκετών. Κρίνεται από τη δυνατότητα να διατηρηθεί σταθερή πίεση στο εχθρό με βολές ακριβείας, να υπάρξουν επαναληπτικές βολές εναντίον στόχων που επιβίωσαν, να καλυφθούν περισσότερες από μία περιοχές ταυτόχρονα και να συνεχιστεί η δράση αν η μάχη παραταθεί χωρίς να υπάρχει ανάγκη για τη μεταφορά ενός τεράστιου αριθμού ρουκετών. Σήμερα όμως θα αναλύσουμε πως η ύπαρξη ενός πολλαπλού εκτοξευτή PULS με κατευθυνόμενα πυρομαχικά, ισχυρή υποστήριξη και δυνατότητα ταχείας επανατοποθέτησης, επιτρέπει στο Ελληνικό Πυροβολικό να συμμετέχει σε ένα ευρύτερο σχέδιο άρνησης θαλάσσιας περιοχής, χωρίς να σπαταλάται στρατηγικό απόθεμα ακριβών αντιπλοϊκών πυραύλων σε κάθε επεισόδιο έντασης.

Πάνω σε αυτή την πλατφόρμα “κουμπώνει” η ισραηλινή προσέγγιση της Elbit, που είναι το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι της συζήτησης. Η Elbit χρησιμοποιεί δύο ακρωνύμια που συνδέονται αλλά δεν είναι ταυτόσημα. CIDS σημαίνει Coastal and Island Defense System, δηλαδή Σύστημα Παράκτιας και Νησιωτικής Άμυνας. Είναι το συνολικό πλαίσιο που περιλαμβάνει αισθητήρες, ζεύξεις, κέντρο διοίκησης και ελέγχου, διαδικασίες στοχοποίησης και κανόνες εμπλοκής για την προστασία ακτών και νησιών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται το SPMS, που σημαίνει Shore Protection Missile System, δηλαδή Σύστημα Πυραυλικής Προστασίας Ακτής. Το SPMS είναι η εφαρμογή που αφορά την παραγωγή πυρών από την ξηρά εναντίον στόχων επιφανείας, αξιοποιώντας εκτοξευτές τύπου PULS και κατάλληλα κατευθυνόμενα πυρομαχικά.

Πρόγραμμα Αναπαραγωγής Βίντεο

Η βασική ιδέα του CIDS και του SPMS είναι απλή στη σύλληψη, αλλά τεχνικά προηγμένη. Η αποτελεσματικότητα δεν στηρίζεται αποκλειστικά στο ίδιο το βλήμα, όπως συμβαίνει με έναν κλασικό αντιπλοϊκό πύραυλο που διαθέτει τερματικό αισθητήρα και δική του δυνατότητα αναζήτησης του στόχου. Εδώ, μεγάλο μέρος της “ευφυΐας” μεταφέρεται στο δίκτυο στοχοποίησης. Το σύστημα προσπαθεί να εντοπίσει, να αναγνωρίσει και να παρακολουθήσει τον στόχο με παράκτια ραντάρ επιφανείας, ηλεκτροοπτικά μέσα και όπου είναι δυνατό, με UAV επιτήρησης, ώστε το κέντρο διοίκησης να υπολογίσει τη λύση βολής. Η λογική δεν είναι “το βλήμα ψάχνει το πλοίο”. Η λογική είναι “το δίκτυο παρακολουθεί το πλοίο, άρα υπολογίζει πού θα βρίσκεται σε πραγματικό χρόνο”.

Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο είναι το αποτέλεσμα που επιδιώκεται. Το CIDS και το SPMS στοχεύουν συχνά σε επιχειρησιακή εξουδετέρωση ενός πλοίου, δηλαδή σε αυτό που διεθνώς περιγράφεται ως mission kill. Ένα σύγχρονο πλοίο επιφανείας δεν είναι μόνο κύτος και πρόωση. Είναι κυρίως αισθητήρες, επικοινωνίες, ζεύξεις δεδομένων, συστήματα ελέγχου πυρός και υποσυστήματα αυτοπροστασίας. Τα περισσότερα βρίσκονται στην υπερκατασκευή, είναι εκτεθειμένα και μπορούν να υποστούν σοβαρή ζημιά από θραύσματα και ωστικό κύμα. Αν καταστραφούν ραντάρ, κεραίες ή κρίσιμα ηλεκτρονικά, το πλοίο μπορεί να παραμείνει στην επιφάνεια, όμως η μαχητική του αξία μειώνεται απότομα. Για παράκτια άμυνα, αυτό είναι ρεαλιστικός στόχος, επειδή το ζητούμενο είναι να αποτραπεί η προσέγγιση και να επιβληθεί κόστος, όχι να παραχθούν “εικόνες” βύθισης για τα ΜΜΕ.

Ακριβώς εδώ το PULS λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής. Το πλεονέκτημα δεν είναι μόνο η ακρίβεια, είναι ο ρυθμός βολής και η επαναληψιμότητα. Ένας πολλαπλός εκτοξευτής επιτρέπει να εκτελεστούν διαδοχικές βολές, να κατανεμηθεί η απειλή σε περισσότερα σημεία, να αλλάξει θέση γρήγορα και να επανέλθει αφού φορτωθεί με νέα βλήματα. Η απειλή παύει να είναι “μία φορά”, και γίνεται επίμονη. Και η επίμονη απειλή είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται ένα αρχιπέλαγος για να μετατρέψει συγκεκριμένες περιοχές σε ζώνες υψηλού κινδύνου για εχθρικές μονάδες επιφανείας.

Το Αιγαίο ευνοεί αυτή τη φιλοσοφία γιατί διαθέτει πολλά σημεία όπου η εγγύτητα στη στεριά αλλάζει τους κανόνες. Νησιά, ακτές και θαλάσσιοι δίαυλοι δημιουργούν χώρους όπου μια μονάδα επιφανείας δεν κινείται ελεύθερα όπως στον ωκεανό. Αν ένα δίκτυο αισθητήρων δίνει αξιόπιστη εικόνα και ένα σύστημα διοίκησης μπορεί να μετατρέψει την εικόνα σε λύση βολής, τότε η παράκτια άμυνα αποκτά πραγματικό νόημα. Η γεωγραφία προσφέρει επίσης ευκαιρίες για διασπορά εκτοξευτών, για εναλλαγή θέσεων και για ανάπτυξη σε πολλά νησιά, κάτι που αυξάνει την αβεβαιότητα του αντιπάλου για το πού βρίσκεται η απειλή “σήμερα”.

Υπάρχει όμως και μια τεχνική απαίτηση που δεν σηκώνει ωραιοποίηση. Το CIDS και το SPMS είναι έντονα δικτυοκεντρικά. Η απόδοση εξαρτάται από την αντοχή της αλυσίδας αισθητήρες, ζεύξεις, διοίκηση, εκτοξευτές. Σε πραγματικό περιβάλλον υψηλής έντασης, ο αντίπαλος θα προσπαθήσει να πιέσει την αλυσίδα με ηλεκτρονικό πόλεμο, παρεμβολές, παραπλάνηση και πλήγματα σε αισθητήρες ή κόμβους. Επιπλέον, η καθοδήγηση τύπου INS και GNSS απαιτεί σοβαρή αντιμετώπιση παρεμβολών και παραποίησης σήματος. Αυτό όμως δεν μειώνει την αξία του concept. Σημαίνει ότι η επιτυχία δεν εξασφαλίζεται μόνο με αγορά εκτοξευτών, αλλά εξασφαλίζεται με πλήρη αρχιτεκτονική αισθητήρων και διοίκησης, με εκπαίδευση και με σωστό σχεδιασμό.

Με αυτά τα δεδομένα, η θετική αποτίμηση είναι καθαρή. Η ιδέα της Elbit είναι σωστή, και ως σύλληψη και ως εφαρμογή. Για την ελληνική άμυνα, το CIDS και το SPMS μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμo layer παράκτιας άρνησης που αξιοποιεί τη γεωγραφία, ανεβάζει το κόστος για εχθρικές μονάδες επιφανείας και στηρίζει τη συνολική αποτροπή. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πλεονέκτημα. Εκεί όμως τελειώνει και ο ρόλος του, διότι η παράκτια άρνηση δεν είναι το ίδιο με τον έλεγχο θαλάσσης.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν η δημόσια αφήγηση επιχειρήσει να μετατρέψει αυτή τη στρώση σε “λύση” για το Αιγαίο, ή ακόμη χειρότεραμ σε εργαλείο που μπορεί να μειώσει τον ρόλο του Πολεμικού Ναυτικού. Η διάκριση εδώ είναι επιχειρησιακή. Η παράκτια άμυνα από τη στεριά προσφέρει κυρίως ναυτική άρνηση, δηλαδή καθιστά επικίνδυνη και δαπανηρή την προσέγγιση σε συγκεκριμένες ζώνες. Ο έλεγχος της θάλασσας απαιτεί άλλα πράγματα, που ευτυχώς η Ελλάδα έχει για αρκετές χιλιετίες. Απαιτεί μόνιμη παρουσία στη θάλασσα, επιτήρηση, συνοδείες πλοίων, διαχείριση κρίσεων, επιβολή κανόνων, επιχειρήσεις διάρκειας, αντίδραση σε απρόβλεπτες κινήσεις. Αυτά υλοποιούνται μόνο με πλοία, υποστήριξη, υψηλές διαθεσιμότητες ναυτικών μέσα, και ναυτική διοίκηση. Ένας εκτοξευτής στη στεριά μπορεί να απειλήσει και να στηρίξει το σχέδιο. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει την καθημερινή ναυτική ισχύ του Στόλου μας.

Αν λοιπόν η πολιτική γραμμή έχει βασιστεί στην ιδέα ότι ένα πλέγμα πυραυλικού πυροβολικού μπορεί να “κλείσει” το Αιγαίο με τρόπο που να μετακινεί το Πολεμικό Ναυτικό εκτός κεντρικής αποστολής, τότε η προσέγγιση είναι ανεπαρκής. Το Αιγαίο δεν είναι μόνο στόχοι επιφανείας, είναι και η υποβρύχια διάσταση, είναι και η απειλή από νάρκες, είναι και ο ανθυποβρυχιακός αγώνας, είναι και η ανάγκη ελέγχου θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας. Αυτά δεν τα αναλαμβάνει η παράκτια πυραυλική άμυνα. Τα αναλαμβάνει ο Στόλος, με πλοία, υποβρύχια, ελικόπτερα, διαδικασίες και εμπειρία.

Εδώ μπαίνει και το ζήτημα των όπλων που “κλειδώνουν” πραγματικά τη ναυτική απαγόρευση. Το CIDS και το SPMS μπορούν να επιδιώξουν επιχειρησιακή εξουδετέρωση με προσβολές εγγύτητας. Αυτό δεν είναι ισοδύναμο με τη σκληρή αντιπλοϊκή κρούση που προσφέρουν σύγχρονοι αντιπλοϊκοί πύραυλοι, σχεδιασμένοι εξαρχής για να πλήττουν πλοία, με τερματική καθοδήγηση και προφίλ επίθεσης ειδικά για το ναυτικό περιβάλλον. Γι’ αυτό η Ελλάδα έχει συμφέρον να ενισχύσει την καθαρή ναυτική αντιπλοϊκή ισχύ, όχι να την αντικαταστήσει με υποσχέσεις.

Η συζήτηση για NSM, RBS 15 ή Exocet σε νέες παράκτιες πυροβολαρχίες υπό τον έλεγχο του Πολεμικού Ναυτικού έχει ακριβώς αυτό το νόημα. Μια παράκτια συστοιχία αντιπλοϊκών, ενταγμένη σε ναυτικό δόγμα και σε ναυτική επιχειρησιακή εικόνα, είναι εργαλείο ναυτικής απαγόρευσης με λογική, καθώς δεν μπερδεύει τους ρόλους. Συμπληρώνει τον Στόλο και δημιουργεί επιπλέον δίλημμα στον αντίπαλο. Αντίστοιχα, η ύπαρξη μεγάλου αριθμού αντιπλοϊκών σε πλοία και αεροπορικές πλατφόρμες συμπληρώνει το σύστημα και κλείνει τα κενά που δεν μπορεί να καλύψει η στεριά.

Υπάρχει επίσης μια ενδιαφέρουσα τεχνική προοπτική που αξίζει να σημειώσουμε. Έχει παρουσιαστεί ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχει γίνει δοκιμή εκτόξευσης NSM από διαμόρφωση EuroPULS. Αυτό δείχνει ότι η ενσωμάτωση αντιπλοϊκού βλήματος τύπου NSM στην πλατφόρμα είναι τεχνικά εφικτή, ίσως υπό προϋποθέσεις και άλλων βλημάτων, όπως ο Exocet ή ο RBS-15. Αυτό δεν σημαίνει ότι “το PULS γίνεται αντιπλοϊκό όπλο άρνησης θαλάσσιας περιοχής”. Σημαίνει ότι υπάρχει δοκιμασμένη τεχνική λύση, ώστε ένα οικοσύστημα εκτοξευτή να αποκτήσει, σε ειδική διαμόρφωση, τη δυνατότητα εκτόξευσης ενός σύγχρονου αντιπλοϊκού. Αν αυτό προχωρήσει με σωστούς όρους πιστοποίησης, εφοδιαστικής αλυσίδας και επιχειρησιακού δόγματος, μπορεί να προσθέσει επιλογές στο ΠΝ και το ΓΕΕΘΑ. Και πάλι όμως, το σωστό είναι να εκληφθεί ως συμπλήρωμα, όχι ως αντικατάσταση του Στόλου.

Το ισχυρό σημείο της ισραηλινής λύσης είναι ότι μπορεί να στηρίξει τον Στόλο στην αποστολή του, όχι να τον αντικαταστήσει. Μια θαλάσσια περιοχή άρνησης κάνει επικίνδυνη την προσέγγιση εχθρικών μονάδων επιφανείας. Μπορεί να επιβάλει αποστάσεις, να καθυστερήσει τις εχθρικές κινήσεις, να αυξήσει τον φόρτο άμυνας των πλοίων και αποβατικών του, και να δημιουργήσει περιοχές όπου ο αντίπαλος θα σκέφτεται δύο φορές πριν πλησιάσει. Αυτό δίνει στο Πολεμικό Ναυτικό περιθώρια να επιχειρεί με καλύτερους όρους. Δίνει επίσης χρόνο στην υπόλοιπη στρατιωτική δύναμη να αντιδράσει, να συγκεντρώσει πληροφορία, να επιλέξει τρόπο εμπλοκής. Αυτό είναι το ουσιαστικό κέρδος της παράκτιας άμυνας τύπου CIDS και SPMS, όχι η αντικατάσταση των φρεγατών και των ΤΠΚ.

Το CIDS, δηλαδή το Σύστημα Παράκτιας και Νησιωτικής Άμυνας, και το SPMS, δηλαδή το Σύστημα Πυραυλικής Προστασίας Ακτής, είναι μια σοβαρή λύση που αξιοποιεί εκτοξευτές PULS και ένα εκτεταμμένο δίκτυο αισθητήρων και διοίκησης για να παράγει παράκτια άρνηση σε θαλάσσιο περιβάλλον. Η προσέγγιση ταιριάζει γάντι στην ελληνική άμυνα, γιατί το Αιγαίο ευνοεί τέτοιου είδους δίκτυα σε νησιά και ακτές και γιατί η Ελλάδα χρειάζεται πολλαπλά επίπεδα αποτροπής, αλλά με λογικό κόστος. Όμως, αν χρησιμοποιείται ως βάση για πολιτική υπόσχεση ότι μπορεί να “κλείσει” το Αιγαίο χωρίς τον κεντρικό ρόλο του Πολεμικού Ναυτικού, τότε η προσέγγιση είναι ανεπαρκής. Η ναυτική απαγόρευση, ο έλεγχος θαλάσσης, ο ανθυποβρυχιακός αγώνας και η υποβρύχια ισχύς είναι έργο του ΠΝ και απαιτούν πλοία, υποβρύχια, τορπίλες και σύγχρονους αντιπλοϊκούς πυραύλους.

Η σωστή ελληνική σύνθεση είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, PULS με CIDS και SPMS ως στρώση παράκτιας άρνησης, με παράλληλη σοβαρή επένδυση σε αισθητήρες, διοίκηση, επιτήρηση και ανθεκτικότητα. Από την άλλη πλευρά, ενίσχυση της καθαρής ναυτικής αντιπλοϊκής ισχύος με νέες παράκτιες πυροβολαρχίες του ΠΝ που θα φέρουν NSM ή εναλλακτικά RBS 15 ή Exocet, μαζί με διατήρηση και ενίσχυση του στόλου και της υποβρύχιας διάστασης. Μόνο έτσι η αποτροπή γίνεται πλήρης και συνεκτική, με αμυντικές γραμμές που αλληλοκαλύπτονται και με ρόλους που παραμένουν σωστά κατανεμημένοι. Σε αυτό το πλαίσιο, η ισραηλινή λύση είναι πραγματικό εργαλείο, το οποίο, όταν μπαίνει στη σωστή θέση, ταιριάζει στην ελληνική άμυνα και ενισχύει αυτό που πρέπει να ενισχυθεί. Αλλά αν το θέλουμε για να αντικαταστήσουμε το Στόλο, τότε μιλάμε για ένα τεράστιο λάθος για την ελληνική άμυνα, και ένα υπέροχο δώρο στον αντίπαλο.