Αν κάτι εντυπωσίασε – από επιχειρησιακής άποψης – κατά την νυχτερινή επιδρομή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του Νικόλας Μαδούρο, ήταν η σχεδόν ολοκληρωτική απουσία αντίδρασης των κύριων στοιχείων των Ενόπλων Δυνάμεων της νοτιοαμερικάνικης χώρας. Αντίσταση υπήρξε μεν σε επίπεδο προσωπικής φρουράς του Μαδούρο όπως και απώλειες αλλά αυτό ήταν περιορισμένο, ενώ οι Αμερικανοί κατέγραψαν το απόλυτα ελάχιστο, κάποιους λίγους τραυματισμούς και ένα ελικόπτερο Chinook που δέχθηκε βολές αλλά επέστρεψε στη βάση του.

Αλλά η Αεροπορία της Βενεζουέλας, τα περίφημα κινεζικά ραντάρ JY-27A που υποτίθεται μπορούν να εντοπίσουν και αεροσκάφη stealth, όπως τα F-35, οι συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραύλων S-300 από τη Ρωσία, και πολλά ακόμη, όλα απέτυχαν να δράσουν, να κινητοποιηθούν, να προβάλλουν έστω μια αποτυχημένη αντίσταση. Και μάλιστα αρκετά έγιναν και στόχος αμερικανικών χτυπημάτων.

Να περιγράψουμε λοιπόν εδώ πιο ψύχραιμα την πραγματική κατάσταση της άμυνας της Βενεζουέλας: Αρχικά η Αεροπορία της χώρας, διαθέτει κάπου 12-14 ρωσικής κατασκευής μαχητικά Su-30 σε πτητική κατάσταση, αν και κάποιες αναφορές τα φέρουν και κάτω από 10. Η Βενεζουέλα είχε προμηθευθεί συνολικά 24 τέτοια στο διάστημα 2006-2008, αλλά αντιμετώπισε απώλειες σε ατυχήματα και κυρίως την οικονομική κατάρρευση, όπου οι μειούμενοι αμυντικοί προϋπολογισμοί, αλλά και οι εσωτερικές διαμάχες και πολιτικές αντιπαραθέσεις είχαν σοβαρές επιπτώσεις στην ετοιμότητα όλων των Ενόπλων Δυνάμεων, πόσο μάλλον στην υψηλών απαιτήσεων συντήρησης και εκπαίδευσης, Αεροπορία.

Σε πρακτικό επίπεδο αυτό σήμαινε πως ελάχιστα μαχητικά της Βενεζουέλας είναι σε χρήση (πέρα από τα Su-30 υπάρχουν και 2-3 παλαιά F-16, πενηκονταετίας), οι πιλότοι τους γράφουν λίγες ώρες εκπαίδευσης το έτος, οι ασκήσεις που γίνονται είναι απλουστευμένες, ενώ πάσχει το όλο σύστημα συντονισμού και διοίκησης.

Μαχητικά Su-30 της Βενεζουέλας

Άρα εξαρχής η χώρα αεροπορία με δυνατότητα μαζικής αναχαίτισης δεν είχε. Πόσο μάλλον όταν απέναντι της βρέθηκαν σε μια νύχτα, δεκάδες F/A-18E του Αμερικανικού Ναυτικού, ηλεκτρονικού πολέμου ΕA-18G Growler, F-35 τύπου A και Β, ιπτάμενα ραντάρ EC-2 Hawkeye, F-22 σε ρόλο εναέριας περιπολίας μάχης κ.ο.κ. Έτσι η αμερικανική επέμβαση με κάπου 150 ιπτάμενα μέσα, και τα μισά από αυτά μαχητικά, ήταν δυσθεώρατη και μη συγκρίσιμη σχετικά με την σχεδόν μηδενικής ισχύος Αεροπορία της Βενεζουέλας, η οποία βρέθηκε εξουδετερωμένη μόνο από τον ισχυρό ηλεκτρονικό πόλεμο που δέχθηκε (για τον οποίο δεν είχε απάντηση), ενώ όλες οι εγκαταστάσεις της ήταν στοχοποιημένες από πολλές εβδομάδες και υπό διαρκή παρακολούθηση.

Μαχητικό ηλεκτρονικού πολέμου, EA-18G Growler

Να τονίσουμε εδώ πως η Βενεζουέλα, αλλά και το σύνολο των χωρών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής δεν έχει παρά ελάχιστη εμπειρία στην διενέργεια (και αντιμετώπιση) επιχειρήσεων συνδυασμένων όπλων και αεροπορικών κρούσεων. Ούτε εξελιγμένες ικανότητες αναχαίτισης σε μεγάλες αποστάσεις, ούτε πυκνό δίκτυο αεράμυνας με σύγχρονα μέσα, πόσο μάλλον ταχείας αντίδρασης.

Αυτό δεν είναι υποτιμητικό, αλλά η πραγματικότητα που πηγάζει από τις απειλές που έως σήμερα αντιμετώπιζαν, οι οποίες ήταν κυρίως επιπέδου συγκρούσεων ξηράς, με αντιανταρτική δράση, με κινητοποίηση ειδικών δυνάμεων σε δύσβατα περιβάλλοντα (π.χ. ζούγκλα), όπως και με σημαντική δράση στρατιωτικοποιημένων αστυνομικών δυνάμεων, για αντιμετώπιση εγκληματικών καρτέλ αλλά και αντιπάλων του εκάστοτε καθεστώτος. Έτσι η Νότια Αμερική (και όχι μόνο αυτή…), δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί σε μια στοχευμένη επίθεση πλήρους ελέγχου πεδίου μάχης, συστηματικής συλλογής πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο, δορυφορικής επισκόπησης σε συνεργασία με μη επανδρωμένα, ιπτάμενα ραντάρ και παρατηρητές ειδικών δυνάμεων, αλλά και με απόλυτο έλεγχο συχνοτήτων και διαδικτύου. Μαζί όλα αυτά, με όπλα μεγάλου βεληνεκούς και ακριβείας.

Εκτοξευτής Buk M2 της Βενεζουέλας, χτυπημένος από αμερικανικά μαχητικά

Σε επόμενο πεδίο, η επίγεια αεράμυνα της Βενεζουέλας με συνδυασμό ραντάρ και αντιαεροπορικών συστοιχιών έπασχε από παρόμοια προβλήματα με εκείνα των δύναμης μαχητικών. Αρχικά η χώρα είχε αγοράσει ένα τάγμα αντιαεροπορικών πυράυλων S-300VM από τη Ρωσία το 2013, με 12 εκτοξευτές, που κι αυτοί το πόσοι παρέμεναν λειτουργικοί το 2026 και κυρίως πόσο εκπαιδευμένο είναι το προσωπικό τους είναι υπό σοβαρή αμφισβήτηση.

Αλλά και πάλι, μια αντιαεροπορική συστοιχία τεχνολογίας του 1980, οπως οι S-300V, με εμβέλεια βλημάτων κάπου 100 χιλιόμετρα, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποδοτικά βολές πυραύλων αντιραντάρ AGM-88E HARM οι οποίοι βάλλονται έως και σε διπλάσια απόσταση μακριά. Τα αντίστοιχα ισχύουν και για την γράμμη αεραμύνης μέσου βεληνεκούς της Βενεζουέλας, που στηρίζεται σε κάπου 44 αυτοκινούμενους εκτοξευτές S-125 Pechora 2Μ (εν μέρει αναβαθμισμένους, αλλά παλαιάς τεχνολογίας) και σε 12 πιο σύγχρονους Buk M2, που όμως οι περισσότεροι ήταν ανεπτυγμένοι για κάλυψη των λιμενικών εγκαταστάσεων της χώρας, άρα σε απόσταση από τον κύριο άξονα της αμερικανικής επίθεσης.

Εκτοξευτής S-125 Pechora 2Μ, της Βενεζουέλας σε παρέλαση στο Καράκας. Φωτό:Xavier Granja Cedeño

Όσο για την προμήθεια κινεζικών ραντάρ, που υποτίθεται “συμπλήρωναν” και αναβάθμιζαν την αεράμυνα της Βενεζουέλας, αυτή ήταν σχετικά πρόσφατη (του 2019), όπου και εδώ ανακύπτουν ερωτηματικά. Ήταν τα συγκεκριμένα συστήματα επανδρωμένα με έμπειρο κινεζικό προσωπικό, άρα αναμένουμε πως θα λειτούργησαν κοντά στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους; Ή είχε αναλάβει προσωπικό της Βενεζουέλας με τα γνωστά προβλήματα υποβαθμισμένης εκπαίδευσης; Οπότε μπαίνει σε αμφισβήτηση η ικανότητα αξιοποίησης ενός ειδικού συστήματος, η επάνδρωση του, η συντήρηση του, η ρύθμιση του και η μεθοδική ένταξη του σε ένα δίκτυο αεράμυνας; Και εδώ, το να υπάρχει ένα δίκτυο ισχυρών ραντάρ, δεν σημαίνει πως διασφαλίζεται η 24ωρη λειτουργία τους, η συνεχής εμπλοκή με “στόχους” (έστω ασκήσεων) που θα προσφέρει και την εμπειρία χρήσης αλλά και θα καταδείξει τα όρια της τεχνολογίας και θα παράγει τα αντίστοιχα σενάρια διαχείρισης. Και βέβαια κανένα δίκτυο ραντάρ, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει πλήρως μια στοχευμένη επίθεση ηλεκτρονικού πολέμου σε μια συγκεκριμένη “στενή ζώνη”.

Κινεζικό ραντάρ JY-27A, με ικανότητα αρχικού εντοπισμού αεροσκαφών stealth.

Συν βέβαια την… υποψία πως οι κινεζικές εξελίξεις στον χώρο της αμυντικής τεχνολογίας είναι μεν εντυπωσιακότατες -μεγάλο λάθος θα κάνει όποιος τις υποτιμήσει- αλλά σαφώς πάσχουν ακόμη από εμπειρία χρήσης σε πραγματικές συνθήκες έντονης μάχης, έχουν την ανωριμότητα των νέων σχεδιάσεων και αρκετά σημεία που χρειάζονται εξέλιξη, η οποία όμως δεν μπορεί να επιταχυνθεί “βίαια”, όπως γίνεται με την μαζική παραγωγή τους. Όπου δηλαδή η ταχεία κατασκευή που είναι κινεζικό προτέρημα, δεν εγγυάται κιόλας πως το σύστημα που παράγεται είναι πλήρους λειτουργικότητας και με λυμένα όλα τα ζητήματα απόδοσης.

Έτσι στην νυχτερινή αυτή κρούση κατά της Βενεζουέλας στις 3 Ιανουαρίου, το κύριο αποτέλεσμα της αμερικανικής δράσης, δηλαδή η αδρανοποίηση σημαντικού μέρους της εγχώριας αεράμυνας ήταν δεδομένο, καθώς και οι δύο πλευρές απέδωσαν το “αναμενόμενο”. Οι ΗΠΑ έκαναν το γνωστό που ξέρουν καλά: συγκέντρωσαν υπέρμετρο όγκο δυνάμεων, στοχευμένο σε σχετικά μικρή έκταση υποδομών και εχθρικών στοιχείων (άρα πέτυχαν συντριπτική υπεροπλία για το κρίσιμο διάστημα κρούσης, ακόμη και να ήταν λειτουργικά όλα τα μαχητικά και οι συστοιχίες αεράμυνας της Βενεζουέλας), με τις μονάδες τους να έχουν την πρωτοβουλία κινήσεων, να είναι πολύ καλά συντονισμένες μεταξύ τους, να διαθέτουν υψηλή τεχνολογία, να ξέρουν πως να την αξιοποιήσουν και να έχουν απόλυτη κυριαρχία στην πληροφόρηση για την εχθρική διάταξη. Από την άλλη η Βενεζουέλα, είναι μια μικρή χώρα, σε οικονομική και πολιτική κρίση, με περιορισμένες Ένοπλες Δυνάμεις, που δεν είχαν υποδομή και συγκρότηση αλλά και γνώση να αντιμετωπίσουν κάτι τέτοιο.

Αν κάτι τελικά ήταν εντυπωσιακό στην αμερικανική επιχείρηση, ήταν η τελική της φάση, εκεί δηλαδή που εμφανίστηκαν πάνω από το Καράκας, και σε σχετικά φωτεινή νύχτα, “πακέτα” ελικοπτέρων ειδικών επιχειρήσεων με πλήρη φόρτο όπλων και αισθητήρων. Και χωρίς να ενεργοποιείται η σημειακή αεράμυνα της πόλης, δηλαδή η -έστω και πανικόβλητη- εξαπόλυση μικρών φορητών αντιαεροπορικών πυραύλων, όπως και η χρήση καποιων αντιαεροπορικών πολυβόλων και πυροβόλων.

Γιατί δεν είδαμε κάτι τέτοιο; Πολλές οι εκδοχές και πιθανά να ισχύουν όλες. Δηλαδή ένας συνδυασμός σύγχυσης, δέους από την σφοδρότητα της αμερικανικής κρούσης, αίσθησης ήττας και φόβου πως η απάντηση σε κάθε πυρ που θα εξαπολυόταν, θα ήταν συντριπτική. Αλλά και γιατί όχι κάποιες εγχώριες διοικήσεις των Ενόπλων Δυνάμεων της Βενεζουέλας να είχαν ήδη “συμβιβαστεί” και “πειστεί” ότι… καλό θα ήταν να παραμείνουν αδρανείς σε μια αναμενόμενη αμερικανική πολεμική κίνηση.

Τέλος, έστω και η αμερικανική πλευρά να είχε υποστεί κάποιες απώλειες, και πάλι η αποτίμηση της επιχείρησης δεν θα αλλάζε. Δηλαδή η “σίγαση” της άμυνας της Βενεζουέλας για λίγες ώρες και η σύλληψη του προέδρου της με μετά εξευτελιστική περιφορά του, εφόσον γίνονταν, ξανά θα καταγράφονταν ως νίκη και επίδειξη ισχύος. Ως δηλαδή σύγχρονη επανάληψη του γνωστού αμερικανικού επιθετικού δόγματος “Σοκ και Δέος”, της δεκαετίας του ’90, για παράλυση του αντιπάλου σε ελάχιστο χρόνο.

Περιμένοντας ένα νοτιοαμερικάνικο Βιετνάμ;

Γιατί όμως στον ελληνικό χώρο (αλλά και διεθνώς) είχαν εμφανιστεί απόψεις -πριν την επιχειρήση βέβαια- που περιέγραφαν την Βενεζουέλα ως “υπερδύναμη της Νότιας Αμερικής” και προέβλεπαν “εκατόμβη” αν γινόταν αμερικανική επέμβαση; Ξεπερνώντας την αφέλεια κάποιων αναλυτών που εξέφραζαν τέτοιες θέσεις, το κύριο ζήτημα ήταν πως η αντίληψη αυτή μιλούσε για τελείως διαφορετικό πεδίο επιχειρήσεων.

Έτσι στον πυρήνα της συγκεκριμένης εκτίμησης ήταν πως οι ΗΠΑ θα επιχειρούσαν ένα “νέο Βιετνάμ”. Οτι δηλαδή θα έκαναν μια μαζική απόβαση δυνάμεων, επιχειρώντας ημιμόνιμη κατοχή της Βενεζουέλας, και μετά θα ακολουθούσε κάποια… άσκηση nation building (δηλαδή “οικοδόμησης χώρας εκ νέου”, παράγοντας θεσμούς, δομές και δυτική κουλτούρα δράσης, με αμερικανική χρηματοδότηση και στρατιωτική στήριξη). Σε τέτοιο σενάριο, πολύχρονης δηλαδή και υπερφιλόδοξης αμερικανικής εμπλοκής στο έδαφος (boots on the ground), είναι υψηλή η πιθανότητα πως σε βάθος χρόνου, θα μπορούσε να υπάρχει η τραγική εικόνα ενός Βιετνάμ, αλλά και Ιράκ και Αφγανιστάν. Δηλαδή ατέρμονες μάχες κατά ενός υψηλής κινητικότητας αντάρτικου, που έχει και στήριξη από την τοπική κοινωνία, που διαθέτει απόθεμα όπλων και χρηματοδότησης, έχει ιδεολογικό φανατισμό και μπορεί να αναπληρώσει τις ανθρώπινες απώλειες του, από κύματα νεοεισερχόμενων με ισχυρό φρόνημα.

Αρκεί εδώ να θυμίσουμε και την ιστορία της Νότιας Αμερικής. Όπου σιγόβραζαν για πολλές δεκαετίες διάφορα ισχυρά αντάρτικα με μεγάλη επιρροή, όπως το FARC της Κολομβίας, το Φωτεινό Μονοπάτι και οι Τουπάκ Αμαρού του Περού, οι Σαντινίστας στη Νικαράγουα που τελικά κατέλαβαν και την εξουσία, αλλά και το βενεζουελανό FALN και το Φαραμπούντο Μαρτί στο Ελ Σαλβαντόρ. Ενώ τον τελευταίο καιρό, το καθεστώς Μαδούρο στη Βενεζουέλα είχε κάνει γενική κινητοποίηση του πληθυσμού με πολλές χιλιάδες πολίτες να εξοπλίζονται και να εντάσσονται στην εφεδρεία, ως δηλαδή μια “πανστρατιά αντιμετώπισης των εισβολέων”, μόνο που κάτι τέτοιο δεν υλοποιήθηκε.

Το να εμπλακεί λοιπόν η Ουάσιγκτον εκ νέου σε μια τέτοια βαλτώδη αγωνία, σημαίνει πως θα έχανε την στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή της. Και πλέον η θέση της θα κρινόταν πρωτίστως από την αντοχή να παραμένει στην ξένη χώρα που υποτίθεται θέλει να “ανανήψει και εκδημοκρατίσει”, να διαχειριστεί τις δικές της απώλειες, να ασκήσει πολεμική δράση αλλά με πολλούς περιορισμούς για να μην προκληθεί μεγαλύτερη οργή και εχθρότητα στον τοπικό πληθυσμό, να συμβιβάσει τις συνήθως άσχετες με την πραγματικότητα επιδιώξεις της με εκείνες των όποιων συνεργαζόμενων ιθαγενών, να δείξει διεθνώς κάποια “σημεία προόδου”. Και όλα αυτά, με διαρκή υπενθύμιση εντός και εκτός, πως “όλα τα παραπάνω έχουν χρονικό ορίζοντα”. Ένα σενάριο δηλαδή που ο “ισχυρός” δεν χάνει καμμία μάχη ειδικά, αλλά γενικά χάνει τον πόλεμο: καθώς δεν έχει καταφέρει να υλοποιήσει τον αντικειμενικό του σκοπό που ήταν παράλογος, αλλά και δεν μπορεί να παραμείνει επ’άπειρον σε μια πολεμική σύρραξη που τον εξαντλεί αμυντικά, οικονομικά, ηθικά και σε απόθεμα κύρους.

Η τραμπική επιλογή για υποταγή της αμερικανικής ηπείρου

Εδώ να αναγνωρίσουμε στην πολιτική Τραμπ (όσο παράλογη και αν είναι και εκτός διεθνούς νομιμότητας και παράδοσης) ένα κυνικό πραγματισμό. Στην τραμπική λογική, με αρκετή βέβαια αστάθεια που εκδηλώνεται από τις συχνές αλλαγές επιδιώξεων, δηλώσεων και στοχεύσεων, κατέχει ισχυρή θέση η αντίληψη του απομονωτισμού, που δεν επιθυμεί εμπλοκές σε μακρινές ζώνες επιχειρήσεων και ξένες χώρες. Από την άλλη η τραμπική διακυβέρνηση ευθαρσώς μιλά για “την κατοχύρωση κυριαρχίας της στην Αμερικανική Ηπειρο”, η οποία αντιμετωπίζεται όλη ως “εσωτερικός χώρος”. Πως συνδυάζονται τα δύο, η εσωστρέφεια του απομονωτισμού και από την άλλη η εξωστρέφεια, που απαιτεί μια μεγάλη ζώνη πολιτικού ελέγχου; Το είδαμε στη Βενεζουέλα, το βλέπουμε μάλλον στην Γροιλανδία και στον Καναδά. Δηλαδή αναπτύσσεται ένα πλέγμα σύντομων πολεμικών δράσεων υψηλής έντασης και συμβολισμού (Βενεζουέλα), μαζί με σωρεία απειλών, είτε ανοιχτών είτε κεκαλυμμένων, ώστε ο απρόθυμος συνομιλητής, σε καθεστώς σύγχυσης και φόβου αλλά και κόπωσης από την διαρκή ένταση της απειλής από υπερδύναμη, να προσέλθει στο όποιο τραπέζι διαπραγματεύσεων και να αποδεχθεί μια ήδη προετοιμασμένη λύση.

Π.χ. ο Τραμπ απειλεί πως θα “πάρει πολεμικά” τη Γροιλανδία, άλλοτε λέει πως θα την “αγοράσει”, άλλοτε αφήνει υπονοούμενα πως μια μεγάλη συμφωνία για καθεστώς “προστασίας” θα ήταν ικανοποιητική. Άρα μάλλον το τελευταίο είναι το πιθανότερο, όπου θα ικανοποιηθούν οι πάντες. Οι Δανοί που δεν θα έρθουν σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, οι κάτοικοι της Γροιλανδίας που θα έχουν κάποια εισροή επενδύσεων και η αμερικανική πλευρά που θα μπορεί να προσθέσει την συγκεκριμένη τεράστια έκταση στο πλέγμα “εξαρτώμενων ζωνών” που ήδη διαθέτει διεθνώς.

Αντίστοιχα σκηνικά μπορεί να δούμε με το Μεξικό και άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, αφού ήδη το πρώτο πείραμα… πέτυχε όπως θεωρεί η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Δηλαδή να γίνεται μια δήλωση υποταγής στην αμερικανική πρωτοκαθεδρία, μαζί με κατάργηση κάθε εμποδίου στην επέλαση αμερικανικών εταιρειών που θα αναλαμβάνουν τις πιο επικερδείς συναλλαγές και εκμεταλλεύσεις, όπως και προνομιακή εξυπηρέτηση των θελήσεων της Ουάσιγκτον σε κάθε επίπεδο. Μετά κάθε Βενεζουέλα θα μπορεί να συνεχίζει την εσωτερική της διαχείριση (άνοδο ή κατρακύλα), ενώ στις ΗΠΑ η πολιτική ασυδοσίας, της άσκησης πολεμικών πιέσεων και απειλών χωρίς κανένα ηθικό ενδοιασμό και νομιμοποίηση, δηλαδή η “τραμπ-ουκοποίηση” των διεθνών σχέσεων, θα εορτάζεται ως “μεγάλη νίκη”.

Υστερόγραφο: Επισημάνσεις από το παράδειγμα της Βενεζουέλας

Α. Μια ισχυρή αεράμυνα (αν υπάρχει), μειώνει μεν αρκετά την πιθανότητα της αεροπορικής κυριαρχίας του αντιπάλου, αλλά δεν εγγυάται την πλήρη κάλυψη μιας χώρας, πόσο μάλλον την αποφυγή ισχυρών “σημειακών επιθέσεων” με πλήρη υπεροπλία του επιτιθέμενου.

Β. Πολλοί θεωρούν πως η απόκτηση ενός οπλικού συστήματος και η άφιξη του σε μια χώρα ισοδυναμεί με “αξιοποίηση του”. Δεν είναι έτσι. Όσο πιο σύνθετο είναι αυτό, η ουσιαστική ένταξη, κατανόηση χρήσης, αξιοποίηση όλων των δυνατότητων, η προσαρμογή με τα άλλα υπάρχοντα παρόμοια, τελικά η αρμονική-συνθετική ολοκλήρωση του, είναι σημαντικού κόπου και χρόνου.

Γ. Η “παρέλαση” κάποιων συστημάτων σε… εθνικές εορτές οπως και η δημόσια μετακίνηση τους σε υποτιθέμενες θέσεις διασποράς δεν συνεπάγεται πως τα συγκεκριμένα είναι λειτουργικά, συντηρημένα, με στελέχωση και εμπειρία χρήσης.