Το πρόγραμμα των φρεγατών Constellation (FFG-62) του Αμερικανικού Ναυτικού σχεδιάστηκε ως μια συνειδητή προσπάθεια περιορισμού ρίσκου, έπειτα από δύο δεκαετίες προγραμμάτων που χαρακτηρίστηκαν από τεχνική φιλοδοξία, αστάθεια απαιτήσεων και σοβαρές υπερβάσεις κόστους. Η ανάγκη για ένα πλοίο συνοδείας, ανθυποβρυχιακού πολέμου και γενικής χρήσης, ικανό να ενταχθεί σε ομάδες κρούσης και να λειτουργήσει σε περιβάλλον υψηλής απειλής, είχε καταστεί σαφής ήδη από τη στιγμή που τα Littoral Combat Ships άρχισαν να αποδεικνύουν τα δομικά τους όρια.
Η επιλογή να βασιστεί το νέο πρόγραμμα σε μια υφιστάμενη ευρωπαϊκή σχεδίαση, τη φρεγάτα FREMM, παρουσιάστηκε ως η κεντρική εγγύηση επιτυχίας. Η λογική ήταν ξεκάθαρη: αξιοποίηση κοινής σχεδίασης, κοινής αρχιτεκτονικής πλατφόρμας και συμβατότητας υποσυστημάτων, ώστε να περιοριστεί ο τεχνικός κίνδυνος, να μειωθεί ο χρόνος ανάπτυξης και να διατηρηθεί το κόστος σε προβλέψιμα επίπεδα. Η ιταλική έκδοση της FREMM, γνωστή ως κλάση Bergamini, αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το αμερικανικό πρόγραμμα.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η επιλογή έμοιαζε συνεπής με τις αρχικές αμερικανικές απαιτήσεις για το πρόγραμμα FFG(X). Η Bergamini είχε ήδη ναυπηγηθεί, είχε ενταχθεί σε υπηρεσία με το Ιταλικό Ναυτικό, ενώ το ίδιο σχέδιο -ως FREMM- υπηρετεί και στο Γαλλικό και είχε αποδείξει τη ναυπηγική της ισορροπία. Ενώ είχε σχεδιαστεί εξαρχής με έμφαση στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο. Το Αμερικανικό Ναυτικό παρουσίασε λοιπόν την επιλογή της Constellation ως μια παραλλαγή χαμηλού ρίσκου.
Σύμφωνα με τις εκθέσεις του GAO (Government Accountability Office), το πρόγραμμα πέρασε στη φάση της ναυπήγησης σε χρονικό σημείο όπου ο σχεδιασμός παρέμενε ανώριμος και υπό συνεχή αναθεώρηση. Το GAO, ως ανεξάρτητο ελεγκτικό όργανο του Κογκρέσου, κατέγραψε ότι όταν το πρόγραμμα θα έπρεπε να βρίσκεται περίπου στο 35% της κατασκευαστικής προόδου, η πραγματική πρόοδος ανερχόταν μόλις στο 3,6%. Η απόκλιση αυτή αποτυπώνει μια δομική αστοχία συγχρονισμού σχεδιασμού και παραγωγής, με άμεσες επιπτώσεις στη ροή εργασιών.
Τα ναυπηγεία της Fincantieri Marinette Marine ξεκίνησαν εργασίες βασισμένες σε σχέδια που μεταβάλλονταν διαρκώς. Τμήματα του πλοίου κατασκευάζονταν, καταγράφονταν διοικητικά ως ολοκληρωμένα και στη συνέχεια απαιτούσαν ανασχεδίαση ή επανεργασία, καθώς νέες απαιτήσεις ενσωματώνονταν στον βασικό σχεδιασμό. Το GAO περιέγραψε αυτή την κατάσταση ως ουσιαστική παύση της παραγωγής.
Παράλληλα με το ζήτημα της πρόωρης έναρξης κατασκευής, η ίδια η σχεδίαση της Constellation άρχισε να αποκλίνει ριζικά από τη Bergamini. Η ενσωμάτωση αμερικανικών συστημάτων μάχης, αισθητήρων και απαιτήσεων επιβιωσιμότητας οδήγησε σε εκτεταμένες τροποποιήσεις που ξεπέρασαν κατά πολύ το πλαίσιο μιας απλής προσαρμογής. Συνολικά καταγράφηκαν πάνω από 500 μείζονες αλλαγές σχεδίασης, αριθμός που από μόνος του αποτυπώνει το εύρος της απόκλισης.
Οι διαφορές μεταξύ Bergamini και Constellation δεν είναι επιφανειακές. Η αμερικανική φρεγάτα επιμηκύνθηκε κατά περίπου 23 πόδια, ενώ το εκτόπισμα αυξήθηκε πάνω από 500 τόνους. Οι αλλαγές αυτές συνδέονται άμεσα με την ενσωμάτωση βαρύτερων αισθητήρων, ενισχυμένων δομών αντοχής, αυξημένων απαιτήσεων ηλεκτρικής ισχύος και διαφορετικής φιλοσοφίας επιβιωσιμότητας. Η Constellation σχεδιάστηκε ώστε να ανταποκρίνεται σε αμερικανικά πρότυπα ανθεκτικότητας και redundancy, τα οποία διαφέρουν σημαντικά από τα ευρωπαϊκά. Για να είμαστε σαφείς, η Constellation δεν είχε παρά ελάχιστη σχέση με τις FREMM.
Σε επίπεδο συστημάτων, η απόκλιση είναι ακόμη πιο έντονη. Η Bergamini χρησιμοποιεί ευρωπαϊκής προέλευσης αισθητήρες, CMS και όπλα, με έμφαση στη modularity. Η Constellation ενσωματώνει το αμερικανικό σύστημα μάχης Aegis Baseline 10, διαφορετική αρχιτεκτονική ραντάρ, αμερικανικά συστήματα επικοινωνιών και πλήρως διαφοροποιημένη διαμόρφωση δικτύων. Η συμβατότητα υποσυστημάτων μειώθηκε δραστικά, καθώς η κοινή σχεδίαση περιορίστηκε κυρίως στο γενικό περίγραμμα της γάστρας και σε ορισμένες βασικές ναυπηγικές αρχές.
Ως αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων, ο βαθμός κοινής σχεδίασης μεταξύ Bergamini και Constellation έφθασε σε επίπεδα κοντά στο 15%.
Η οικονομική διάσταση του προγράμματος ακολούθησε αντίστοιχη πορεία. Το GAO όσο και το CBO (Congressional Budget Office) είχαν προειδοποιήσει ότι οι εκτιμήσεις κόστους βασίζονταν σε αισιόδοξες παραδοχές, οι οποίες υποτιμούσαν τις συνέπειες της παράλληλης εξέλιξης σχεδιασμού και παραγωγής. Παρά τις προειδοποιήσεις, το Αμερικανικό Ναυτικό προχώρησε στην ανάθεση συμβάσεων για έξι πλοία, σε χρονική φάση όπου το πρώτο δεν είχε ξεπεράσει το 5% πραγματικής κατασκευαστικής ολοκλήρωσης.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το κόστος αυξήθηκε κατά πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια πριν ακόμη το πρώτο πλοίο καθελκυστεί, επιβεβαιώνοντας ότι οι αρχικές προβλέψεις δεν ήταν συμβατές με την τεχνική πραγματικότητα.
Η θεσμική αποτίμηση της κατάστασης συνοψίστηκε στη δημόσια τοποθέτηση του Roger Wicker, Ρεπουμπλικανού Γερουσιαστή από το Μισισίπι και επικεφαλής της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, ο οποίος χαρακτήρισε το πρόγραμμα ως περίπτωση “acquisition malpractice”, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στη βιομηχανική εξέλιξη αλλά στη διαχείριση.
Ένα επιπλέον στοιχείο που συνέβαλε στις αποκλίσεις του προγράμματος Constellation ήταν η άμεση και ασυνήθιστα εκτεταμένη εμπλοκή του γραφείου του υπουργού Ναυτικού, στη διαμόρφωση της σχεδίασης. Σε αντίθεση με την καθιερωμένη πρακτική, όπου οι επιχειρησιακές απαιτήσεις καθορίζονται σε θεσμικό επίπεδο και η τεχνική μετάφρασή τους υλοποιείται από το Ναυτικό και τη βιομηχανία, στην περίπτωση της Constellation καταγράφηκε πολιτική παρέμβαση σε επίπεδο επιμέρους σχεδιαστικών επιλογών.

Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: από τα LCS στο Constellation
Η περίπτωση της Constellation, δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα. Ήδη από το πρώτο της στάδιο, αναπαράγει χαρακτηριστικά που είχαν εμφανιστεί σε προηγούμενα προγράμματα του Αμερικανικού Ναυτικού, όπου η πρόωρη έναρξη παραγωγής, οι αισιόδοξες παραδοχές κόστους και η σταδιακή διόγκωση απαιτήσεων οδήγησαν σε αντίστοιχες αποκλίσεις.
Το πρόγραμμα Littoral Combat Ship (LCS) σχεδιάστηκε με στόχο τη δημιουργία ενός ταχύτατου πλοίου για επιχειρήσεις σε παράκτιο περιβάλλον, με έμφαση στη modular φιλοσοφία αποστολών. Η βασική παραδοχή ήταν ότι διαφορετικά “πακέτα αποστολής” (mission modules) θα μπορούσαν να ενσωματώνονται κατά περίπτωση, μειώνοντας το κόστος και αυξάνοντας την ευελιξία χρήσης. Στην πράξη, η παράλληλη ανάπτυξη δύο διαφορετικών σχεδιάσεων για το ίδιο πλοίο (ως Freedom και Independence από διαφορετικά ναυπηγεία), η ανωριμότητα κρίσιμων συστημάτων και η υποεκτίμηση του κόστους υποστήριξης οδήγησαν σε πλοία με περιορισμένη επιχειρησιακή αξία και αυξημένο κόστος κύκλου ζωής. Το GAO είχε προειδοποιήσει εγκαίρως ότι η εξέλιξη πολλαπλών παραλλαγών χωρίς σταθεροποιημένο σχεδιασμό αύξανε τον κίνδυνο, ωστόσο η παραγωγή προχώρησε κανονικά.
Το κρίσιμο σημείο στα LCS ήταν και πάλι ότι…
Η συνέχεια στο navaldefence.gr, εδώ