Η επιχείρηση Absolute Resolve, που εκτελέστηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Ιανουαρίου 2026 στο Καράκας και στη βόρεια Βενεζουέλα, συνιστά μια από τις πιο σύνθετες, πολυεπίπεδες και σίγουρα εντυπωσιακές στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, εν ενεργεία αρχηγού κράτους, στο εσωτερικό της μεγαλύτερης στρατιωτικής βάσης της χώρας του, δεν αποτελεί μια ακόμη επιτυχία των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων, αλλά το αποκορύφωμα μιας επιχείρησης του λεγόμενου “πλήρους φάσματος” (full spectrum), όπου η αεροπορική ισχύς, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, οι κυβερνοεπιχειρήσεις, η ναυτική παρουσία και η αναγνώριση/πληροφόρηση λειτούργησαν ως ένα ενιαίο, απολύτως συγχρονισμένο σύστημα.

Η επιχείρηση ξεκίνησε περίπου στις 02:00 τοπική ώρα Καράκας και ολοκληρώθηκε λίγο πριν τις 04:30, με συνολική διάρκεια περίπου δύο ώρες και είκοσι λεπτά, από την πρώτη ενεργή διείσδυση μέχρι την ασφαλή εξαγωγή του στόχου. Το χρονικό αυτό διάστημα περιλαμβάνει μια αλληλουχία ενεργειών που εκτελέστηκαν με ακρίβεια δευτερολέπτων και αποτυπώνουν το επίπεδο προετοιμασίας που είχε προηγηθεί επί μήνες. Χιλιάδες Αμερικανοί στρατιωτικοί είχαν αναπτυχθεί σε βάσεις σε Ηνωμένες Πολιτείες, Καραϊβική και βόρεια Νότια Αμερική, όχι για άμεση εμπλοκή, αλλά για τη δημιουργία του πλαισίου μέσα στο οποίο μια μικρή, επίλεκτη ομάδα θα μπορούσε να δράσει χωρίς περιθώρια αποτυχίας.

Στο αεροπορικό σκέλος, η επιχείρηση υπήρξε άνευ προηγουμένου σε κλίμακα για αποστολή που είχε ως τελικό στόχο τη σύλληψη ενός προσώπου. Περισσότερα από 150 αεροσκάφη απογειώθηκαν από περίπου 20 διαφορετικές βάσεις, δημιουργώντας μια αεροπορική ομπρέλα που εξασφάλισε απόλυτο έλεγχο του εναέριου χώρου της βόρειας Βενεζουέλας. Στην επιχείρηση συμμετείχαν F-22 Raptor και F-35A/C, τα οποία ανέλαβαν την εξασφάλιση αεροπορικής υπεροχής και την αθόρυβη διείσδυση σε κρίσιμους τομείς. Τα F/A-18E/F Super Hornet παρείχαν ευελιξία στον κεντρικό σχεδιασμό σε αποστολές συνοδείας και κρούσης, ενώ τα EA-18G Growler αποτέλεσαν τον πυρήνα της επιχείρησης ηλεκτρονικού πολέμου, κάνοντας πολύ επιτυχημένα παρεμβολές σε ραντάρ, επικοινωνίες και δίκτυα διοίκησης.

Την εναέρια εικόνα και τον συγχρονισμό όλων των δυνάμεων στο πεδίο διασφάλισαν τα E-2D Hawkeye, ενώ υπάρχουν πληροφορίες πως έγινε χρήση και B-1B Lancer, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για επιλεγμένα πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές με μαζικές αφέσεις όπλων ακριβείας. Παράλληλα, RQ-170 Sentinel και άλλα UAVs παρείχαν συνεχή ISR, επιβεβαιώνοντας σε πραγματικό χρόνο τόσο την επιτυχία των πληγμάτων όσο και την απουσία οργανωμένης αντίδρασης.

Η μαζικότητα των αεροπορικών μέσων δεν αποσκοπούσε σε επίδειξη ισχύος, άλλωστε όλη η επιχείρηση ήταν μυστική, αλλά στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου η βενεζουελανική αεράμυνα θα αποδιοργανωνόταν προτού καν αντιληφθεί ότι δέχεται επίθεση. Τα επιβεβαιωμένα πλήγματα σε θέσεις ραντάρ, αντιαεροπορικά συστήματα και κόμβους διοίκησης, όπως αυτά που καταγράφηκαν στη La Carlota (όπου καταστράφηκε σύστημα Buk), αλλά και σε σημεία υψηλής στρατηγικής σημασίας όπως το Cerro El Volcán, κατέστησαν αδύνατη τη λειτουργία ενός συνεκτικού ιστού αεράμυνας. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η πλήρης καταστροφή όλων των μέσων αεράμυνας, κάτι που δεν το ήθελαν οι ΗΠΑ, αλλά η κατάρρευση της δυνατότητας συντονισμένης αντίδρασης, κάτι που στη σύγχρονη αεροπορική μάχη είναι εξίσου κρίσιμο.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η ηλεκτρονική και κυβερνοδιάσταση της επιχείρησης. Οι παρεμβολές των Growler, σε συνδυασμό με στοχευμένες κυβερνοεπιχειρήσεις, οδήγησαν σε εκτεταμένο blackout στο Καράκας και σε πλήρη απώλεια επικοινωνιών σε στρατιωτικές και πολιτικές δομές. Το «σβήσιμο των φώτων» είχε πρακτική αξία, αλλά και ψυχολογικό αντίκτυπο, δημιουργώντας σύγχυση, καθυστερήσεις και αδυναμία κατανόησης του τι ακριβώς συνέβαινε στους αμυνόμενους. Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και τα λιγοστά λειτουργικά αντιαεροπορικά συστήματα ήταν ουσιαστικά άχρηστα, καθώς δεν λάμβαναν ή έστελναν πληροφορίες.

Η κρίσιμη φάση της επιχείρησης ήταν η εισβολή με ελικόπτερα, την οποία ανέλαβε η μονάδα 160th SOAR (Night Stalkers). Τα ελικόπτερα πέταξαν σε ύψος περίπου 30 μέτρων πάνω από τη θάλασσα, εκμεταλλευόμενα το ανάγλυφο και τη νύχτα, για να αποφύγουν τον εντοπισμό. Χρησιμοποιήθηκαν ΜH-47F Chinook, ΜH-60M Black Hawk και AH-64E Apache, τα τελευταία σε ρόλο ένοπλης συνοδείας και άμεσης υποστήριξης. Παρά τα πυρά που δέχθηκαν (με τουλάχιστον ένα ελικόπτερο να πλήττεται χωρίς να καταρριφθεί), η αποστολή εξελίχθηκε σύμφωνα με τον σχεδιασμό, επιβεβαιώνοντας ότι η χαμηλή πτήση, ο αιφνιδιασμός και η αεροπορική κάλυψη είχαν λειτουργήσει όπως ακριβώς είχε σχεδιαστεί.

Ο πυρήνας της επιχείρησης εκτελέστηκε στο Fuerte Tiuna, τη μεγαλύτερη και πιο ισχυρή στρατιωτική βάση της Βενεζουέλας, όπου βρισκόταν η κατοικία και το ασφαλές καταφύγιο του Μαδούρο. Η ομάδα της Delta Force, υποστηριζόμενη από την FBI Hostage Rescue Team για τη φάση της σύλληψης, εισέβαλε στο συγκρότημα και ολοκλήρωσε τη διαδικασία σύλληψης σε 47 δευτερόλεπτα, σύμφωνα με αμερικανικές πηγές. Η ταχύτητα αυτή δείχνει την εκπαίδευση των ειδικών δυνάμεων, αλλά και την ποιότητα της πληροφόρησης που είχε προηγηθεί. Θεωρείται δεδομένα πως η CIA είχε αρκετά “assets” εντός της Βενεζουέλας να παρέχουν κρίσιμα στοιχεία για τις κινήσεις και τις συνήθειες του στόχου.

Παράλληλα με το Fuerte Tiuna, επιβεβαιωμένα πλήγματα καταγράφηκαν στην αεροπορική βάση La Carlota, στο λιμάνι της La Guaira, όπου καταστράφηκαν containers και υποδομές, στο αεροδρόμιο Higuerote, καθώς και σε τηλεπικοινωνιακούς πύργους νοτιοανατολικά του Καράκας. Τα πλήγματα αυτά έιχαν στόχο τη δημιουργία ενός επιχειρησιακού περιβάλλοντος όπου οποιαδήποτε αντίδραση θα ήταν αποσπασματική και καθυστερημένη. Επίσης επλήγησαν σύμφωνα με όσα διέρρευσαν στο Χ, και βάσεις με ένοπλα τμήματα, πιστά στο καθεστώς Μαδούρο.

Η ναυτική διάσταση της επιχείρησης εξασφάλισε την τελική φάση, την “εξαγωγή” των συλληφθέντων. Ο Μαδούρο και η σύζυγός του Cilia Flores μεταφέρθηκαν από τις Ειδικές Δυνάμεις αρχικά στο USS Iwo Jima (LHD-7), περίπου 100 ναυτικά μίλια ανοικτά, μακριά από κάθε ενδεχόμενο απόπειρας ανάκτησης από πλευράς Βενεζουέλας, Ρωσίας ή Κούβας. Στην περιοχή επιχειρούσαν επίσης το USS Gerald R. Ford, το MV Ocean Trader, ειδικά διαμορφωμένο για επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων και drones, καθώς και 7–8 ακόμη πολεμικά πλοία με δυνατότητες πυραυλικών πληγμάτων (με RGM-109 Tomahawk) και αεράμυνας περιοχής (SM-2/SM-6). Αν και η δύναμη αυτή εκ των υστέρων μπορεί να χαρακτηριστεί υπερβολική, πρέπει να σημειωθεί πως πάντα τα αεροπλανοφόρα προστατεύονται και μάλιστα πολύ καλά, ενώ δεν αποκλείεται οι ΗΠΑ να φοβόντουσαν εκτόξευση υπερηχητικών αντιπλοϊκών πυραύλων.

Οι σχεδόν μηδενικές απώλειες αποτυπώνουν τη φύση της επιχείρησης. Στην αμερικανική πλευρά δεν υπήρξαν νεκροί, ενώ οι τραυματισμοί κυμαίνονται σύμφωνα με όσες πληροφορίες έχουν γίνει γνωστές, από δύο έως έξι άτομα, όλοι σε σταθερή κατάσταση. Στη βενεζουελανική πλευρά, οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για τουλάχιστον 40 νεκρούς, μεταξύ στρατιωτικών, φρουρών και πολιτών, με επιβεβαιωμένο τον θάνατο ενός πολίτη σε πολυκατοικία που επλήγη με πυρά κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων. Η αντίσταση υπήρξε περιορισμένη και αποσπασματική, κυρίως λόγω του αιφνιδιασμού και της κατάρρευσης της λεγόμενης “αλυσίδας διοίκησης”.

Μετά τη μεταφορά στο USS Iwo Jima, ο Μαδούρο οδηγήθηκε στο Guantánamo και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω της βάσης Stewart, με τελικό προορισμό το Brooklyn, όπου κρατείται για να δικαστεί με ένα εξαιρετικά βαρύ κατηγορητήριο που περιλαμβάνει και ναρκο-τρομοκρατία. Η επικηρυγμένη αμοιβή των 50 εκατομμυρίων δολαρίων θεωρείται πλέον άνευ αντικειμένου.

Η Absolute Resolve ήταν μια πρακτική επίδειξη του πώς διεξάγεται ο πόλεμος και οι επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων στον 21ο αιώνα, όταν ένα κράτος αποφασίζει να χρησιμοποιήσει πλήρως όλα τα διαθέσιμα εργαλεία ισχύος. Ο απόλυτος συγχρονισμός των μέσων αέρα, θάλασσας, κυβερνοχώρου, πληροφοριών και ειδικών δυνάμεων δεν άφησε περιθώριο αντίδρασης, μετατρέποντας μια χώρα με θεωρητικά ισχυρή αεράμυνα σε πεδίο επιχειρήσεων όπου η πρωτοβουλία ανήκε αποκλειστικά στον επιτιθέμενο.