Η αρχική συζήτηση και τελικά η αγορά των ελληνικών φρεγατών FDI είχε μια σαφή λογική. Πως με τα σκάφη το Πολεμικό Ναυτικό θα επαίρνε και δυνατότητες αεράμυνας περιοχής, με το συνδυασμό του ραντάρ Sea Fire και των αντιαεροπορικών πυραύλων μεγάλης εμβελείας (έως 120 χιλιομέτρων) Aster 30. Δηλαδή πλοία που θα κρατούν ανοικτό τον χώρο επιχειρήσεων, θα προστατεύουν άλλες μονάδες και θα λειτουργούν ως κόμβοι μάχης του Στόλου.

Πλέον όμως για τα σκάφη προβλέπεται μια σημαντική αλλαγή ρόλου. Όπως έχει δηλώσει ο υπουργός Άμυνας Νίκος Δένδιας και το ΓΕΝ, τα πλοία θα φέρουν πλέον και πυραύλους cruise, είτε τον γνωστό γαλλικό SCALP Naval/MdCN είτε αργότερα τον ευρωπαϊκής εξέλιξης ELSA.
Πως θα γίνει αυτό; Με αφαίρεση 8 πυραύλων Aster 30 και εγκατάσταση διαφορετικού εκτοξευτή (του Sylver A70) που θα μπορεί να εξαπολύσει τους MdCN/ELSA, χωρίς να είναι δεδομένο πως θα διατηρεί αυτός ο εκτοξευτής την ικανότητα χρήσης των Aster 30. Ενώ υπάρχει μια συζήτηση για κάποιο μελλοντικό Sylver A70 NG που θα μπορεί να βάλλει όλα τα βλήματα, χωρίς όμως να έχει επιβεβαιωθεί πως πράγματι εξελίσσεται με σαφές χρονοδιάγραμμα.

Εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Τέσσερις FDI με οκτώ πυραύλους κρούσης η καθεμία σημαίνουν 32 βλήματα συνολικά. Στα χαρτιά αυτά μπορούν να πλήξουν 32 στόχους. Στην πράξη, θα υπάρξουν αστοχίες και απώλειες από εχθρική αεράμυνα, θα χρειαστούν επαναπροσβολές κάποιων στόχων όπως και στόχοι που θα απαιτούν περισσότερα του ενός βλήματα.
Άρα η Ελλάδα δεν αποκτά μια μαζική ναυτική στρατηγική κρούση. Αποκτά μια υψηλού κόστους και πολύ περιορισμένη αριθμητικά ικανότητα πρώτης βολής. Ενώ το τι μπορούν να πετύχουν επιχειρησιακά μόλις 32 βλήματα είναι αμφισβητούμενο, όταν βλέπουμε στην Ουκρανία εκτοξεύσης εκατοντάδων cruise εδώ και χρόνια, χωρίς αυτοί να φέρουν μια “ριζική καταστροφή”.
Το ερώτημα είναι και τι χάνουμε. Οι οκτώ Aster σε συνθήκες κορεσμού, είναι η διαφορά ανάμεσα σε πλοίο που συνεχίζει να μάχεται και πλοίο που αρχίζει να μετρά τις τελευταίες του επιλογές.

Οπότε αντί για 8 SCALP ή ELSA, πρέπει να εξεταστεί σοβαρά η τοποθέτηση 24 αντιαεροπορικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς CAMM-ER σε ένα οκταπλό εκτοξευτή Sylver A50. Η ιδέα βέβαια δεν έρχεται από το πουθενά και αφορά το σουηδικό παράδειγμα με τις FDI της κλάσης Lulea που προχωρούν με συνδυασμό Aster 30 και CAMM-ER, όπως έχει αναλυθεί και στο Naval Defence. Κι αυτό από μια χώρα που βλέπει τη ρωσική απειλή, και τις νέες συνθήκες μάχης με μεγάλη ποικιλία μη επανδρωμένων, ώστε να φθάσει σε αυτή τη διαμόρφωση.

Η ιδανική ελληνική FDI λοιπόν θα μπορούσε να έχει 24 Aster 30, 24 CAMM-ER και 21 RAM. Οι Aster 30 θα κρατούν την εξωτερική ζώνη αεράμυνας, εκεί όπου απαιτείται εμβέλεια, μεγάλη κινηματική απόδοση και εμπλοκή στόχων υψηλής αξίας. Οι CAMM-ER θα αναλαμβάνουν τη μεσαία ζώνη, δηλαδή αεροσκάφη, UAV, αντιπλοϊκούς πυραύλους και στόχους που δεν αξίζει να καταναλώσουν έναν ακριβό Aster. Και οι RAM ως το τελευταίο στρώμα αυτοπροστασίας.
Αυτή θα είναι πραγματικά πολυστρωματική αεράμυνα. Σήμερα στην FDI λείπει το ενδιάμεσο στρώμα αντιαεροπορικών βλημάτων, που θα αυξήσει τον αριθμό εμπλοκών και θα προστατεύσει το απόθεμα των Aster 30. Η αξία του CAMM-ER δεν είναι μόνο η εμβέλεια των περίπου 45 χιλιομέτρων, αλλά ότι ότι επιτρέπει στο πλοίο να πολεμά περισσότερο, οικονομικότερα και με καλύτερη κατανομή όπλων.

Η ελληνική θάλασσα κάνει το επιχείρημα ακόμη ισχυρότερο. Στο Αιγαίο οι αποστάσεις είναι μικρές, τα νησιά δημιουργούν τυφλούς τομείς που ευνοούν την απόκρυψη αντιπλοϊκών πυραύλων και οι απειλές μπορούν να εμφανιστούν από αέρα, επιφάνεια και ξηρά εως και ταυτόχρονα. Η Ανατολική Μεσόγειος προσθέτει μεγαλύτερες αποστάσεις, ανάγκη συνοδείας και προστασία ομάδων μάχης. Σε αυτό το περιβάλλον, ένα πλοίο με λίγους cruise γίνεται κυνηγός για την πρώτη ημέρα και στόχος για τις επόμενες. Ένα πλοίο με 24 επιπλέον CAMM-ER γίνεται δύναμη που κρατά ζωντανό τον σχηματισμό.

Υπάρχει επίσης ζήτημα κόστους και αποστολής. Η χώρα αποκτά τις FDI για να γίνουν ο σκληρός πυρήνας του Στόλου. Είχαμε γράψει παλαιότερα για το Πολεμικό Ναυτικό του 2030 ότι η ισχύς δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των πλοίων, αλλά από το πόσα βλήματα μπορούν να ρίξουν και πόσο μπορούν να παραμείνουν σε μάχη. Όσο για το αν το ΠΝ θα έχει πράγματι ισχυρότερο Στόλο το 2030 η απάντηση δεν βρίσκεται σε λίγα εντυπωσιακά όπλα, αλλά σε ανθεκτικότητα, απόθεμα και δυνατότητα κορεσμού του αντιπάλου αντί να κορεστούμε εμείς.

Κανείς βέβαια δεν υποτιμά τον SCALP Naval. Είναι εξαιρετικό όπλο, με σαφή αξία για πλήγματα σε βάθος. Η διαφωνία αφορά την πλατφόρμα και τον αριθμό. Με οκτώ βλήματα ανά πλοίο, η FDI δεν μετατρέπεται σε στρατηγική δύναμη. Μετατρέπεται σε φρεγάτα που θυσιάζει ένα κομμάτι της αεράμυνάς της για λίγες βολές. Αν η Ελλάδα θέλει πραγματική βαθιά κρούση, πρέπει να τη σχεδιάσει διακλαδικά, με αποθέματα, χερσαίους εκτοξευτές, αεροπορικά όπλα και, κάποια στιγμή, υποβρύχιες δυνατότητες.
Η ίδια λογική ισχύει και για το ELSA. Το πρόγραμμα…
Η συνέχεια στο Naval Defence