Το ναυτικό της Ινδονησίας, μιας ευρείας νησιωτικής χώρας στο νοτιοδυτικό Ειρηνικό, έχει αποδείξει πως δεν φοβάται να τολμήσει επενδύοντας σε νέα τεχνολογία. Τα τελευταία χρόνια έχει κάνει άλματα ποιότητας εντάσσοντας σε υπηρεσία σύγχρονα πλοία που αλλάζουν τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή.
Σε μια τελευταία εξέλιξη, στις 26 Φεβρουαρίου, το ιταλικό Υπουργείο Άμυνας υπέβαλε στο Κοινοβούλιο προς έγκριση το υπουργικό διάταγμα για τη δωρεάν μεταβίβαση του παροπλισμένου αεροπλανοφόρου Giuseppe Garibaldi, στην Ινδονησία, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας Ρώμης–Τζακάρτας. Παράλληλα, το συνοδευτικό υπόμνημα αποκαλύπτει την προώθηση περαιτέρω ναυτικών συμβάσεων, με αιχμή την προμήθεια έξι μίνι-υποβρυχίων κλάσης DGK από την ιταλική Drass.

Σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, το πρόγραμμα βρίσκεται στο τελικό στάδιο συμβασιοποίησης, μετά την οριστικοποίηση εξαγωγικού δανείου. Η πρώτη δόση, αξίας 480 εκατομμυρίων δολαρίων, αφορά δύο σκάφη, εκπαίδευση και υποστήριξη, ενώ η συνολική αξία του προγράμματος εκτιμάται περί τα 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια για έξι υποβρύχια με πλήρες πακέτο υποστήριξης.
Η Ινδονησία αναμένεται να αποτελέσει τον πρώτο πελάτη του DGK, ενός υποβρυχίου 34 μέτρων και εκτοπίσματος 219 τόνων στην επιφάνεια (270 σε κατάδυση). Το σκάφος έχει σχεδιαστεί για επιχειρήσεις σε ρηχά ύδατα, με δυνατότητα δράσης σε βάθη άνω των 200 μέτρων και επιχειρησιακή αυτονομία άνω των 2.000 ναυτικών μιλίων (με αναπνευστήρα). Η πρόωση βασίζεται σε ηλεκτρικό σύστημα με μπαταρίες λιθίου, επιτυγχάνοντας μέγιστη ταχύτητα 15 κόμβων σε κατάδυση.

Ο οπλισμός περιλαμβάνει δύο εμπρόσθιους τορπιλοσωλήνες για βαρέως τύπου κατευθυνόμενες τορπίλες, με δυνατότητα μεταφοράς ναρκών και πρόσθετων εξωτερικών φορέων. Το DGK ενσωματώνει ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης μάχης, παθητικό σόναρ και προαιρετικά συστήματα ESM/ECM.
Έμφαση δίδεται στις επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων καθώς μπορεί να μεταφέρει έως 7 χειριστές και όχημα μεταφοράς δυτών DS8 της Drass, δύο εκ των οποίων έχουν ήδη παραδοθεί στο ινδονησιακό Ναυτικό.

Να σημειώσουμε πως η χρήση μικρών υποβρυχίων οφείλει να είναι στο ελληνικό ενδιαφέρον. Είναι σαφές πως η διαρκώς μειούμενη οροφή δικών μας σκαφών λόγω παλαιότητας φθάνει σε κρίσιμα σημεία και πρόσφατα αποσύρθηκε και το Ποσειδών (S116). Οπότε η υποβρύχια δύναμη μας σε λίγα χρόνια θα αποτελείται από τα μόλις τέσσερα Type 214 (οριακά ως πέμπτο σκάφος και το Ωκεανός).
Υπάρχει βέβαια πλάνο απόκτησης νέων, αλλά η χρηματοδότηση και κυρίως η κατασκευή τους – ακόμη δεν έχει γίνει καν επιλογή τύπου- θα κρατήσει πολλά χρόνια. Ενώ το κόστος κάθε σύγχρονου υποβρυχίου μέσης κατηγορίας αυξάνεται συνεχώς. Οπότε, αν τα “μίνι” υποβρύχια του ιταλικού παραδείγματος, έχουν ανά μονάδα 240 εκατομμύρια δολάρια (λίγο περισσότερο από 200 εκατ. ευρώ) η απόκτηση κάποιων – και με εγχώρια ναυπήγηση μπορεί να δώσει μια λύση στο ανατολικό Αιγαίο αλλά και στο βόρειο Ιόνιο αν χρειαστεί, αφήνοντας το ρόλο στρατηγικής περιπολίας στα μεγαλύτερα Type 214. Παρενθετικά να θυμίσουμε πως και η Τουρκία, ήδη επενδύει σε μικρά υποβρύχια, 500 τόνων, εγχώριας σχεδίασης, της STM.
Το DGK δεν είναι κατώτερο τεχνολογικά από τα μεγαλύτερα υποβρύχια αλλά περιορίζεται μόσο σε θέματα αυτονομίας και αναχορηγίας, έχοντας μόνον δύο τορπίλες κατηγορίας DM2A4 Seehecht. Ωστόσο, η εγγύτητα με τα νησιά του Αιγαίου που μπορούν να προσφέρουν πολλαπλούς χώρους ανανέωσης του αποθέματός τους ή η καλύτερη οργάνωση των πλοίων υποστήριξης του ναυτικού θα μπορούσαν να αναπληρώσουν αυτό το μειονέκτημα. Εναλλακτικά, μη επανδρωμένες υποβρύχιες πλατφόρμες, όπως η Blue Whale ειδικά σε έκδοση οπλισμένη με τορπίλες, μπορεί να προσφέρει ανάλογες υπηρεσίες με κλάσμα ακόμα του κόστους και ταχύτερη ολοκλήρωση, όπως αναλύσαμε και σε παλιότερο άρθρο μας.