Ο αποκλεισμός της Τουρκίας από τον μηχανισμό SAFE συνιστά μια κορυφαία εξέλιξη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, με προεκτάσεις που υπερβαίνουν τα τεχνικά όρια ενός αμυντικού προγράμματος. Η απόφαση, που φέρει ισχυρή πολιτική και γεωστρατηγική φόρτιση, αποτελεί προϊόν εσωτερικών διεργασιών της ΕΕ αλλά και έντονων παρασκηνιακών πιέσεων, όπου Ελλάδα και Κύπρος διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Το SAFE, ως πλαίσιο προμήθειας, συμπαραγωγής και διαλειτουργικότητας αμυντικών συστημάτων, απαιτεί αυστηρή ευθυγράμμιση με τις αρχές της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η Τουρκία, εδώ και χρόνια, κινείται με σταθερά επιδεινούμενη απόκλιση από αυτές τις αρχές.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές στις Βρυξέλλες, ο αποκλεισμός δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία. Αντιθέτως, ήταν η κατάληξη μιας μακράς διαδικασίας αξιολόγησης που περιελάμβανε επιστολές, απόρρητες αναφορές και σειρά επαφών σε επίπεδο ΥΠΕΞ και υπουργείων Άμυνας. Η Άγκυρα είχε ήδη επιβαρυνθεί με το βάρος της ενεργοποίησης των ρωσικών S-400, μια ενέργεια που θεωρήθηκε από την Ευρώπη όχι μόνο στρατηγικά επικίνδυνη, αλλά και συμβολικά καταλυτική ως προς τον προσανατολισμό της Τουρκίας. Παράλληλα, η απολυταρχική πορεία του καθεστώτος Ερντογάν και η φιλορωσική στάση της χώρας σε καίρια διεθνή ζητήματα ενέτειναν τον ευρωπαϊκό προβληματισμό. Μεταξύ των χωρών-μελών, κυριαρχούσε πλέον η εκτίμηση ότι η Τουρκία δεν μπορεί να συμμετέχει σε έναν μηχανισμό που βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, στη δημοκρατική σταθερότητα και στην προβλεψιμότητα των εταίρων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα ανέλαβε στοχευμένη διπλωματική πρωτοβουλία. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, αξιοποιώντας τη γνώση του ευρωπαϊκού συστήματος και τις συμμαχίες που έχει χτίσει τα τελευταία χρόνια, επιδόθηκε σε μια σειρά διαβουλεύσεων με κράτη-μέλη, παρουσιάζοντας τεκμηριωμένα τους κινδύνους που θα συνεπαγόταν η τουρκική συμμετοχή. Οι ελληνικές θέσεις έκαναν λόγο για υπονόμευση της ευρωπαϊκής στρατηγικής συνοχής, αν σε ένα τόσο κρίσιμο αμυντικό πρόγραμμα συμμετείχε μια χώρα που διατηρεί σαφή στρατιωτική εξάρτηση από τη Μόσχα, αμφισβητεί ευρωπαϊκά κυριαρχικά δικαιώματα και καταπατά θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές. Η επιχειρηματολογία της Αθήνας έγινε δεκτή με ιδιαίτερη προσοχή από χώρες όπως η Γαλλία, η Ολλανδία, η Αυστρία και οι σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες ήδη διατηρούν επιφυλάξεις για τον στρατηγικό προσανατολισμό της Τουρκίας.
Ταυτόχρονα, η Λευκωσία υποστήριξε έντονα πως η συμμετοχή μιας χώρας που διατηρεί στρατεύματα κατοχής στο έδαφος κράτους-μέλους της ΕΕ θα αποτελούσε θεσμικό και πολιτικό παράδοξο. Η κυπριακή επιχειρηματολογία ενίσχυσε τη θέση ότι η παρουσία της Τουρκίας στο SAFE θα ήταν αντίθετη όχι μόνο προς το γράμμα αλλά και προς το πνεύμα της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας.
Σε αυτό το πλαίσιο αναδύθηκε μια ακόμη παράμετρος που προκάλεσε έντονες συζητήσεις: η στάση της Γερμανίας. Το Βερολίνο, σε μια σειρά δηλώσεων, προσπάθησε να υποστηρίξει πως η συμμετοχή της Τουρκίας στο SAFE θα μπορούσε να λειτουργήσει «ενωτικά» και «γεφυρωτικά». Ωστόσο, πολλές ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι αυτή η θέση δεν υπαγορεύτηκε από στρατηγική αξιολόγηση, αλλά από εσωτερικά πολιτικά κίνητρα.
Οι Γερμανοί πολιτικοί έχουν εξελιχθεί σε δέσμιους της τεράστιας τουρκικής κοινότητας που ζει στη Γερμανία, μια κοινότητα που αριθμεί εκατομμύρια ψηφοφόρους, πολλοί εκ των οποίων διατηρούν στενούς δεσμούς με τον Ερντογάν και το κόμμα του. Ο Τούρκος πρόεδρος ασκεί συστηματικό πολιτικό και επικοινωνιακό έλεγχο σε αυτό το εκλογικό σώμα, με αποτέλεσμα τα γερμανικά κόμματα να αντιμετωπίζουν υψηλό πολιτικό κόστος εάν υιοθετήσουν μια σταθερά σκληρή στάση απέναντι στην Άγκυρα. Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια ιδιότυπη εξάρτηση, που συχνά οδηγεί τη γερμανική εξωτερική πολιτική σε στάσεις λιγότερο ευθυγραμμισμένες με τα ευρωπαϊκά στρατηγικά συμφέροντα.
Παρά τις γερμανικές παρεμβάσεις, η πλειοψηφία των κρατών-μελών θεώρησε πως η Τουρκία δεν μπορεί να συμμετέχει σε μηχανισμό όπου απαιτούνται υψηλά επίπεδα διασφάλισης ευαίσθητων πληροφοριών, συντονισμού προμηθειών και στρατηγικής ευθυγράμμισης. Η πολυετής απομάκρυνση της Άγκυρας από το δυτικό στρατόπεδο σε θέματα ασφάλειας και δημοκρατίας δεν άφηνε περιθώρια για διαφορετική επιλογή. Ο αποκλεισμός, σύμφωνα με ευρωπαίους αξιωματούχους, αποτελεί μήνυμα όχι μόνο προς την Τουρκία αλλά και προς οποιαδήποτε χώρα ακολουθεί δρόμο που υπονομεύει τη συνοχή της ευρωπαϊκής άμυνας.
Σε επίπεδο στρατηγικής ανάλυσης, η απόφαση του SAFE επανατοποθετεί την Τουρκία εκτός του ευρωπαϊκού πλαισίου αμυντικής συνεργασίας για το ορατό μέλλον. Αυτό σημαίνει μειωμένη πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία, σε συμπαραγωγές, σε τεχνολογικά δίκτυα και σε κοινές δομές διαλειτουργικότητας. Παράλληλα, ενισχύει τον ρόλο χωρών όπως η Ελλάδα, η Γαλλία και οι σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες προωθούν μια πιο ανεξάρτητη και συνεκτική ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η εξέλιξη επιταχύνει τη μετατόπιση της Τουρκίας προς ένα υβριδικό, μη δυτικό στρατηγικό προσανατολισμό. Η Άγκυρα ενισχύει τις σχέσεις με τη Ρωσία, με κράτη της Κεντρικής Ασίας και με περιφερειακές δυνάμεις που δεν ευθυγραμμίζονται με το ευρωπαϊκό δόγμα ασφαλείας. Το γεγονός αυτό θα έχει μακροχρόνιες συνέπειες για την ισορροπία ΝΑΤΟ–ΕΕ, αλλά και για την ασφάλεια στη Μεσόγειο, στο Αιγαίο και στη Μέση Ανατολή.
Τελικά, ο αποκλεισμός της Τουρκίας από το SAFE αποτελεί ευρωπαϊκό ορόσημο. Σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής όπου η ΕΕ προσπαθούσε να εντάξει την Τουρκία σε κρίσιμες δομές για λόγους γεωπολιτικού συμβιβασμού. Η απόφαση καταδεικνύει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να υπονομεύει τις ίδιες της τις αξίες χάριν μιας αμφίβολης συνεργασίας. Και όσο η Τουρκία επιμένει σε μια πορεία απομάκρυνσης από τα δυτικά πρότυπα, τόσο πιο δύσκολο θα γίνεται να επανενταχθεί σε μια ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική που απαιτεί αξιοπιστία, συνέπεια και ευθυγράμμιση.
Η νέα αυτή πραγματικότητα διαμορφώνει τον χάρτη ασφαλείας της Ευρώπης για τα επόμενα χρόνια — και η απόφαση του SAFE θα αποτελεί σημείο αναφοράς κάθε μελλοντικής συζήτησης για τη θέση της Τουρκίας στον δυτικό κόσμο.









