Σε κάθε διάλογο είναι κρίσιμο να συμφωνηθούν από πριν κάποιες βασικές αρχές και συντεταγμένες. Ώστε πάνω σε αυτές να «χτίσουν» τα επιχειρήματα τους οι όποιες πλευρές συζητούν. Η κοινή βάση, είναι απαραίτητη, αλλιώς καταλήγουμε σε μονόλογους, βασισμένους σε πιθανά τελείως διαφορετικά πλαίσια αξιών και παραδοχών.
Έτσι, για τη γεωπολιτική αλλαγή που συντελείται εδώ και περίπου 4 χρόνια στον πλανήτη μας (βάζουμε ως ορόσημο την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αλλά αυτό μόνο τυπικά, οι αλλαγές και μετατοπίσεις έχουν πολύ μεγαλύτερο χρονικό βάθος), ο υπογράφων προτείνει ως κοινή βάση διαλόγου τα εξής:
- Ο πόλεμος δεν είναι «φυσική εξέλιξη» της καθημερινότητας. Αποτελεί ως γεγονός και κυρίως ως επιλογή, ότι πιο αποτρόπαιο, απάνθρωπο, κτηνώδες και ανεξέλεγκτο. Δεν είναι λοιπόν, στον 21ο αιώνα, και στον τρέχοντα πολιτισμό μας, και με ακόμη την οσμή της καταστροφής των προηγούμενων μεγάλων-μικρών πολέμων να μας καίει τα ρουθούνια, η πολεμική επιλογή κάτι «λογικό» ή «αναμενόμενο» ή «λύση λόγω αδιεξόδου». Για να φτάσεις σε πόλεμο και κυρίως μιλάμε για αυτόν της ψυχρής απόφασης (όχι δηλαδή της άμυνας απέναντι σε ένα εχθρό που ξαφνικά σε χτυπά), πρέπει να έχεις εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο, διπλωματίας, διαμεσολάβησης, προσπάθειας συνεννόησης, προσφυγής στη διεθνή κοινότητα, φανερών και υπόγειων προειδοποιήσεων, όπως βέβαια και τιθάσευσης των δικών σου εσωστρεφών αναλύσεων και ματαιοδοξιών κ.ο.κ. Πιο απλά, δεν ανοίγεις την πόρτα στο τέρας με ευκολία, αλλά αντιστέκεσαι σε αυτό κάθε στιγμή, όσο και να σε γοητεύει η φαντασία μιας εύκολης νίκης που θα σε δαφνοστεφανώσει.
- Υπάρχει διεθνές δίκαιο. Και όχι μόνο υπάρχει αλλά λειτουργεί σε πολύ μεγάλο βαθμό. Στην Ελλάδα (και όχι μόνο) έχουμε την τάση να θεωρούμε πως αποτελεί μια φαντασίωση, έως και πολυτέλεια, ή μια παροδική σύμβαση. Δεν είναι έτσι. Μεταπολεμικά (από τον Β’ Παγκόσμιο και έκτοτε), όλος ο πλανήτης σταδιακά έχει δομηθεί και λειτουργεί πάνω στο διεθνές δίκαιο. Το ότι μπορούμε σήμερα και έχουμε διεθνές εμπόριο και συναλλαγές, δεκάδες χιλιάδες επιβατικές και εμπορικές πτήσεις μεταξύ όλων των χωρών, εκατοντάδες χιλιάδες πλοία να διασχίζουν ειρηνικά τους ωκεανούς από και προς παντού, χιλιάδες πρεσβείες και προξενεία, διπλωματικές σχέσεις, διεθνείς ενώσεις κάθε τύπου (αμυντικές, εμπορικές, οικονομικές, έρευνας, ανάπτυξης, αλληλοβοήθειας, εξερεύνησης της γης και του διαστήματος, διπλωματικές κ.ο.κ.), το ότι μιλούν όλες οι χώρες μεταξύ τους με συγκεκριμένες διαδικασίες, το ότι υπάρχουν διεθνείς οργανισμοί με το σύνολο ή μεγάλο μέρος των χωρών ενταγμένες εκεί και με κοινό πλαίσιο αρχών να συνεννοούνται, πως υπάρχουν μηχανισμοί αλληλοελέγχου εξοπλισμών, διεθνείς απαγορεύσεις χρήσης των πιο καταστροφικών, συνεργασία σε φυσικές καταστροφές και σε έκτακτα γεγονότα, παγκόσμια συναίνεση κατά της μόλυνσης αλλά και για την προστασία του περιβάλλοντος, κανόνες και μηχανισμοί ελέγχου ποιότητας, ασφάλειας, λειτουργικότητας, διεθνή στάνταρτ και κάθε τι παρόμοιο, όλα αυτά βασίζονται σε και είναι η «διεθνής νομιμότητα». Που δεν περιορίζεται μόνο στα Ηνωμένα Έθνη αλλά απλώνεται σε ένα τεράστιο σώμα θεσμών, συμφωνιών, συμβάσεων, διακηρύξεων, συναινέσεων, κατανοήσεων, γραπτών και εθιμικών, όπως και ογκώδη σχετική νομολογία και πρακτική. Και θεμέλιο της διεθνούς νομιμότητας οι πιο σαφείς επιταγές: αποφυγή βίας και επιδίωξη ειρήνης, συνεργασίας, αλληλοσεβασμού, ελευθερίας και κοινής προόδου.
- Νέο κοινό σημείο: Το διεθνές δίκαιο αναμενόμενα δεν είναι ούτε τέλειο ούτε χωρίς παραβιάσεις και παρεκτροπές. Παραμένει το «δίκαιο του ισχυρού», παραμένουν χώρες και πρακτικές ασυδοσίας, παραμένουν οι εκτός ηθικής και λογικής και χωρίς καμία συστολή διαταραχές του. Αλλά αυτές δεν αποτελούν τον κανόνα ούτε καν την πλειονότητα της διεθνούς δράσης. Το αντίθετο, είναι ο πλανήτης των 190+ χωρών που κατά κύριο λόγο συνεργάζονται μεταξύ τους (έστω πολλές φορές απρόθυμα και με καχυποψία), που παραμένει κυρίως ειρηνικός, έστω και αν κάθε στιγμή υπάρχουν κάποιοι φρικτοί πόλεμοι σε διεξαγωγή.
- Επόμενη παραδοχή. Στον ατελή πλανήτη μας, οι λεγόμενες «Μεγάλες Δυνάμεις» εξακολουθούν να παίζουν σημαντικό ρόλο. Και γιατί έχουν βαρύνουσα επιρροή και τεράστια ισχύ, αλλά και γιατί θεσμικά έχουν εξασφαλίσει για τον εαυτό τους μια ειδική θέση (κορυφαίο εδώ παράδειγμα το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου τα μόνιμα μέλη κρατούν το δικαίωμα του βέτο για να μπλοκάρουν κάθε τι που δεν τους είναι αρεστό). Η ειδική αυτή συνθήκη όμως, επιβαρύνει τις «Μεγάλες Δυνάμεις» και με το ηθικό αλλά και πραγματιστικό βάρος της ευθύνης διατήρησης της διεθνούς σταθερότητας, όσο γίνεται. Καθώς και οι ίδιες γνωρίζουν πως σε ένα μη σταθεροποιημένο κόσμο, έχουν, λόγω υπερέκτασης και συμφερόντων, τα περισσότερα να χάσουν, ενώ αποτελούν δείγμα και παράδειγμα θεσμικότητας.
Πιο συγκεκριμένα κάθε «Μεγάλη Δύναμη» είναι και μεγάλος παραγωγός και μεγάλος εξαγωγέας και μεγάλος καταναλωτής και με συνεχή ανάγκη ανανέωσης συναλλαγών, επενδύσεων, πρώτων υλών, καινοτομιών, τεχνολογίας, ανθρώπινου δυναμικού, και όλου του πλέγματος των παγκοσμιοποιημένων επαφών, συναλλαγών και ανταλλαγών. Και εφόσον έχει ισχυρούς ανταγωνιστές, έχει ανάγκη και συμμάχους και αντίστοιχους θεσμούς εξισορρόπησης σε ένα πολυπολικό κόσμο, και έχει ανάγκη σεβασμού, και είναι αδύνατον, όσο ισχυρή και να είναι να επιβάλλεται μόνο δια των όπλων. Έτσι κάθε «Μεγάλη Δύναμη», αλλά και όλες οι περιφερειακές, τελικά καταλήγουν κυρίως σε ένα πλέγμα διπλωματίας, επιρροής, δόμησης στενών σχέσεων και επαφών, για να σταθούν διεθνώς. Όπου εδώ το βασικό νόμισμα είναι η «εμπιστοσύνη». Αν αυτό δεν το διαθέτεις, ή το καις με την ασυδοσία σου, τελικά αργά ή γρήγορα γίνεσαι αναξιόπιστος, θεωρείσαι ασταθής, αφερέγγυος, επιθετικός άρα επικίνδυνος. Και μαζί σου συμπαρασύρεις τόσο το θεσμικό πλέγμα που έχεις αναλάβει να στηρίζεις όσο και την -έστω και προβληματική- διεθνή σταθερότητα.
Με βάση τα παραπάνω να διατυπώσουμε μερικές σκέψεις και διαπιστώσεις.
Η αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα, με βομβαρδισμούς, εναέρια απόβαση ειδικών δυνάμεων και τελικά τη σύλληψη Μαδούρο και της συζύγου του, δεν μπορεί να αιτιολογηθεί με καμία ανάλυση ή ερμηνεία του διεθνούς δικαίου. Είναι έτσι παράνομη, επιθετική και εκφοβιστική. Και δεν αιτιολογείται ούτε καν από μια διαστροφή ερμηνείας του άρθρου 51 της Χάρτας του ΟΗΕ, όπως κάτι τέτοιο κυκλοφορεί. Καθώς το συγκεκριμένο άρθρο, προβλέπει μεν το δικαίωμα της “αυτοάμυνας” για κάθε κράτος, αλλά μόνο σε περίπτωση “ένοπλης επίθεσης”. Οπότε το να θεωρείς το διεθνές εμπόριο ναρκωτικών που βέβαια θίγει τη χώρα σου, έστω και αν στηρίζεται από ξένα καθεστώτα, ως “ένοπλη επίθεση”, που απαιτεί και άμεση ένοπλη απάντηση, τύπου Καράκας (όπως ισχυρίζονται οι ΗΠΑ), χωρίς καν να προσφύγεις στον ΟΗΕ, είναι παραδοξολογία και υπερέκταση.
Αν δεχθούμε μάλιστα αυτή τη λογική, οποιαδήποτε χώρα, αποκτά αυτόματα δικαίωμα επέμβασης-εισβολής κ.λπ. όπου υπάρχει κάποια δράση που τη θίγει σημαντικά, έστω και αν αυτή δεν είναι ευθέως πολεμική. Άρα περνάμε σε ένα κυκεώνα του τι καθένας εκτιμά πως “έχει σημαντικές επιπτώσεις εναντίον του” και μπορεί, πριν ζητήσει καν τη διεθνή εγκριση, να εξαπολύει πολεμικές δράσεις, αιτιολογώντας τις ως “δικαίωμα αυτοάμυνας”. Μιλάμε δηλαδή για πλήρη νομιμοποίηση κάθε πολέμου, με πλήρη -αντίστοιχα- σχετικισμό του ορισμού της “επίθεσης”.

Το παράνομο της δράσης όμως, ούτε ξεπλένει τον Μαδούρο, ούτε τον καθιστά «μάρτυρα», ούτε κλείνει τα μάτια στο διεφθαρμένο καθεστώς του, ούτε τον απαλλάσσει από την συμμετοχή του στο διεθνές ναρκεμπόριο το οποίο είναι έως και συνθήκη για πολλά κράτη στην αμερικανική ήπειρο. Αλλά το να έχει μια χώρα σημαντικά εσωτερικά προβλήματα, μεγάλο δημοκρατικό έλλειμα, απονομιμοποιημένη κυβέρνηση, καταπίεση και αυταρχισμό, δεν την καθιστά «άξια εισβολής», ούτε την εισβολή αποκαθιστά ως «νόμιμη οδό δράσης». Να το διατυπώσουμε αλλιώς, δεν μπορεί να δεχόμαστε ότι υπάρχουν κράτη και λαοί “β’ κατηγορίας”, ως έρμαια στις διαθέσεις των υποτίθεται καλύτερων.
Εδώ, αν υπάρχει ανάγκη για διεθνή παρέμβαση, αυτό γίνεται μετά από εντολή ΟΗΕ. Όπου υπάρχει σχετική διαδρομή, όπως και παράδειγμα (ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου κατά του Ιράκ, που είχε εισβάλλει στο Κουβέιτ, ή παλαιότερα, η αντιμετώπιση της εισβολής της Βόρειας Κορέας στη Νότια). Το ότι αυτή η διαδρομή είναι δύσκολο να υλοποιηθεί, μπορεί να παρεμποδιστεί εύκολα από τις «Μεγάλες Δυνάμεις» και τελικά να ζούμε, όπως είναι και η πραγματικότητα, σε ένα πλανήτη όπου πολλές χώρες είναι σοβαρά προβληματικές, δεν μπορεί να είναι αιτία για πολεμική δράση, μεταμφιεσμένη κιόλας ως «εξαγωγή δημοκρατίας».
Περαιτέρω: Όταν οι ίδιες οι ΗΠΑ δηλώνουν, δια στόματος Τραμπ πως θα «διαχειριστούν την Βενεζουέλα και τα πετρέλαια της και για δικό τους όφελος», αλλά και πως κάτι παρόμοιο ως επέμβαση πιθανά θα κάνουν σε Κολομβία και Μεξικό και Κούβα, αλλά και στην απόλυτα άοπλη και χωρίς κανένα αξιακό πρόβλημα Γροιλανδία, αυτό αποκαλύπτεται όχι ως φροντίδα της δημοκρατίας και πραγματικό ενδιαφέρον για τους λαούς της Αμερικής, αλλά ως καθαρός ιμπεριαλισμός, επέκταση για την κατοχή ξένων πόρων και ποδηγέτηση χωρών ως εξαρτώμενες και μαριονέτες. Ότι ακριβώς δηλαδή κάνει η Ρωσία σήμερα έναντι της Ουκρανίας, ότι ορέγεται η Κίνα έναντι της Ταϊβάν και των γύρω χωρών, και όλα τα σχετικά παραδείγματα.
Έτσι η πάγια διάθεση των «Μεγάλων Δυνάμεων», για επέκταση, επιρροή, συγκρότηση ζώνης ασφαλείας γύρω τους, διασφάλιση ελέγχου περιφέρειας, η οποία είναι γνωστή από καταβολής ιστορίας, δεν μπορεί να αιτιολογείται ψευδώς από παραπλανητικές επικλήσεις σε κοινούς θεσμούς, διεθνή ήθη, σεβασμό στην θέληση των λαών. Πόσο μάλλον όταν οι ίδιες οι «Μεγάλες Δυνάμεις» νανουρίζουν και εκτρέφουν άλλα αντιδημοκρατικά και καταπιεστικά καθεστώτα, χωρίς εκεί να διαπιστώνουν την εγχώρια καταπίεση, τη διεθνή διαταραχή ασφάλειας και την αιματηρή καθιέρωση δικτατόρων και παφλαζόντων ηγετίσκων.
Σε επόμενο πεδίο, κάθε τέτοια παραβίαση διεθνούς νομιμότητας, στην ουσία αιτιολογεί τον «επόμενο» αλλά και τον «προηγούμενο» παραβάτη, ο οποίος θα αισθάνεται και κυνικά απελευθερωμένος να πράξει τα ίδια, αλλά και χωρίς να υπάρχει έναντι του οποιοδήποτε πειστικό ηθικό ανάστημα να τον επικρίνει. Εδώ, η ισοπέδωση του νόμου ευνοεί το ασύδοτο της διεθνούς πολιτικής και τη θέσπιση του ως κανονικότητα, που σε ιστορική βάση είναι επιστροφή στην εποχή της «πολιτικής των κανονιοφόρων» και της αποικιοκρατίας.

Περνάμε λοιπόν, πιο ορθά έχουμε ήδη περάσει, σε μια εξωστρεφή και εκρηκτική αναδιανομή παγκόσμιας ισορροπίας, η οποία γίνεται πλέον και με το όπλο στο χέρι και πολύ πιο έντονα από ότι στο παρελθόν, ως μαζική επίδειξη και άσκηση σκληρής ισχύος. Ως μια αναδιανομή που σιγοβράζει εδώ και δεκαετίες, από πολλαπλά συμβάντα, και αλληλένδετα αλλά και μοναδικά, που ανακαθορίζουν τον πλανήτη.
Ενδεικτικά και μόνο, η κινεζική γιγάντωση, οικονομικά και γεωπολιτικά, η ρωσική κατάπτωση από την εποχή της ΕΣΣΔ και η διάθεση για αυτοκρατορική ανασύσταση, η αμερικανική μονοκρατορία που είδε όμως τα όρια της και τα εσωτερικά της προβλήματα να αυξάνονται και αναζητά τώρα εξαγωγή τους αλλά και ιδιόρρυθμο επιθετικό απομονωτισμό, η ευρωπαϊκή θεσμική και οικονομική στασιμότητα, η άνοδος του Τρίτου Κόσμου που αναζητά ισχυρότερη θέση στην διεθνή «τράπεζα ισχύος». Ακόμα η κλιματική αλλαγή και οι συντριπτικές αλλαγές που επιβάλλει, από την αναζήτηση νέων ενεργειακών πόρων έως την μαζική μετανάστευση. Μετά η τεχνολογική επανάσταση 5ου και 6ου σταδίου που ανακαθορίζουν το τι είναι «πολύτιμο» και τι «σημαντικό», η παγκόσμια κοινωνία του ιντερνέτ, που παράγει ηθικές και πληροφοριακές δυναμικές σε ανεπανάληπτα ταχύ ρυθμό αλλά με βάση ένα ολοένα και πιο θολό τοπίο πληροφόρησης και «αλήθειας». Βέβαια το εκρηκτικό δημογραφικό, είτε ως έλλειμμα γεννήσεων είτε ως ταχεία αύξηση πληθυσμού. Όλα αυτά και πολλά ακόμη, καταλήγουν σε αστάθεια, η οποία μπορεί να είναι και παραγωγική, αλλά κυρίως μετράται ως αγωνιώδης για το ποιος θα «επιβιώσει αύριο και θα είναι στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας».

Στην μετάπτωση αυτή και στην μεταλλαγή, η βία και η σκληρή ισχύς, ως ιστορικά εργαλεία επίλυσης κάθε Γόρδιου Δεσμού σαφώς και θα φανούν χρήσιμα. Και τροφοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από τη γενικευμένη κοινωνική ανασφάλεια, όπου αναζητείται νέα σταθερότητα, νέο συμβόλαιο ευμάρειας (όπου το παλαιό έχει σε μεγάλο βαθμό εκπνεύσει), αλλά και βολικοί «εχθροί», εντός και εκτός κάθε χώρας για να παταχθούν.
Εδώ ο τραμπικός μεγαλοϊδεατισμός της «Μεγάλης Αμερικής Ξανά», συναντά το ρωσικό της «Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας», τον κινεζικό της «ασιατικής και παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας», τον ισλαμικό παροξυσμό της «ηθικής καθαρότητας και κυριαρχίας έναντι των απίστων», τον κατά τόπους εθνικισμό, τον φαταλισμό της «αέναης σύγκρουσης», την φαντασίωση των «κλειστών συνόρων ενός κράτους-κάστρου», την ανηθικότητα των κατά τόπους φυλετικών θεωριών υπεροχής, την προσωρινότητα των απανταχού πολεμάρχων που προσδοκούν την παράταση βίου και λεηλασίας, την γενικότερη θρησκευτική απολυτότητα, τις ονειρώξεις περί τεχνοφασισμού και «απελευθερωτικής τεχνολογίας που θα υποκαταστήσει κάθε εξουσία», τις θεωρίες συνωμοσίας που γεύονται εξουσία, τον αυτοτροφοδοτούμενο λαϊκισμό, την ψευδοιστορία και τον αναθεωρητισμό ως εργαλείο κοινωνικής παραπλάνησης και ένα σωρό άλλα ανορθολογικά και συνήθως βαθιά συγκρουσιακά και απάνθρωπα.

Έτσι, στο νέο τοπίο που καγχάζει στο παλαιό, χαρακτηρίζοντας το περιφρονητικά ως «αδύναμο-αδρανές-αναποτελεσματικό-ξεπερασμένο», δεν προτείνεται μια διαφορετική ευταξία ιδεών και αρχών, αλλά η επιλεκτική αταξία, μέχρι δια πολέμου, απειλών, εκβιασμών, μοχλεύσεων και εκμεταλλεύσεων να επέλθει άλλη ισορροπία ισχύος.
Και είναι ενδιαφέρον, πως ακόμη και σε αυτό το ανοιχτό σε κάθε ερμηνεία χάος, επιχειρείται να δοθεί μια αιτιολόγηση, ένα ακόμη φύλο συκής, ένα κάλυμμα κάποιας απολογίας. Όχι τόσο από συστολή ή αιδώ, αλλά κυρίως ως εργαλείο εκμαίευσης της συναίνεσης και των πιο αφελών, ιδεοληπτικών, φοβικών και αδαών. Έτσι μια εισβολή ονομάζεται «εθνοσωτήρια» ή «αναγκαία για την ασφάλεια», ένας πόλεμος «απαραίτητος για να αποφευχθεί ο μελλοντικός εγκλωβισμός» (ανταλλάσσοντας δηλαδή το αδιέξοδο σήμερα με το φαντασιακό αδιέξοδο αύριο), μια εξοπλιστική φρενίτιδα «ανάπτυξη» και η αδυναμία ισχύος ως «δομικό σφάλμα που αξίζει τιμωρίας». Ενώ ένας γενικός κυνισμός και η ακόλουθη απάθεια ή ο φανατισμός προτείνονται ως επιλογές συμπεριφοράς, με καταφυγή στη ιντερνετική ηχώ των «ίδιων σαν και μένα» για δικαίωση.

Συμπερασματικά: Η Ουκρανία, η Βενεζουέλα, η Ταιβάν, η Κούβα, η Γροιλανδία, το Μεξικό, η Κολομβία, οι χώρες της Βαλτικής, η Αρμενία, η Συρία, το Ιράκ, η Νιγηρία, το Σαχέλ ολόκληρο, το Ιράν, η Υεμένη, η Γεωργία, γιατί όχι η Ελλάδα κάποια στιγμή, είναι μια μακρά λίστα κρατικών οντοτήτων που ήδη έχουν γίνει θύματα, ή ρισκάρουν να γίνουν, μιας άσκησης βιαιότητας και κατάλυσης κάθε θεσμοθετημένης ισορροπίας και αξιακής συναίνεσης. Και σαφώς μπορεί να ακολουθήσει ή να προηγηθεί οποιαδήποτε άλλη χώρα, αν βρεθεί στο επίκεντρο της προσοχής, ακόμη και για παραδειγματισμό, σε μια αρρωστημένη λογική επίδειξης δύναμης. Και με οπλοστάσιο εναντίον της, εξοντωτικές πιέσεις, ασπρόμαυρες επιλογές, μονοθεματικές απονομές ρόλων, απομύζηση πόρων, υποχρεωτική ένταξη σε επιλογές τρίτων, προκαθορισμό ορίων και δράσεων, δηλαδή ως χαμηλής αξίας πιόνι σε ένα σκάκι, που συνεχώς αλλάζει κανόνες.
Σε επόμενο στάδιο, σε αυτή την εικόνα φόβου είναι μάλλον διαυγές πως τα όποια οφέλη των συγκρούσεων και των διαρρήξεων με το παρελθόν που θα αποκομίσουν οι ισχυρότεροι, δεν θα απονεμηθούν στο ευρύ κοινό τους. Το οποίο μπορεί να κολακεύεται αλλά στην ουσία περιφρονείται.

Καθώς είναι χαρακτηριστικό, πως οι ομάδες εξουσίας που παράγουν τέτοιες αντιλήψεις, είτε εκλεγμένες νόμιμα σε ένα κύμα λαϊκισμού και παραπληροφόρησης, είτε μέσω αυστηρού ελέγχου της κοινωνικής δυναμικής, είτε μέσω ανοιχτού αυταρχισμού, ρισκάρουν μεν την όποια ειρηνική διευθέτηση, αλλά αν κερδίσουν κάτι, αυτό αποσκοπεί κυρίως στην προσωπική τους ικανοποίηση. Είτε φιλοδοξιών, εμμονών, ιδεοληψιών και φαντασιώσεων, είτε και πραγματιστικά ως καθαρό οικονομικό κέρδος, το οποίο θα διανεμηθεί και θα ευνοήσει υπέρμετρα ένα συγκριτικά μικρό κύκλο προσώπων. Ολιγαρχών (γιατί άλλο ένα χαρακτηριστικό της εποχής είναι η υπερσυγκέντρωση πλούτου) της πληροφορίας, της τεχνολογίας, της βιομηχανίας και του εμπορίου, των φυσικών πόρων, των δικτύων διανομής κρίσιμων υλών και παροχών, όπως και κάποιου τμήματος της κοινωνίας, αναγκαίο ως διαχειριστές, μετέχοντες, εξυπηρετούντες των παραπάνω και της γενικότερης παραπαίουσας καθεστωτικότητας. Όπου όλοι αναμένουν ανυπόμονα κάθε κατάργηση «περιορισμών και θεσμών» που υποτίθεται τους παρεμποδίζει στην δράση τους.
Μπορεί στην φιλοσοφία των trickle down economics (ότι δηλαδή η συσσώρευση πλούτου στα «ψηλά», θα καταλήξει σταγόνα-σταγόνα και χαμηλότερα) να εμφανιστεί και κάποιο κύμα ευμάρειας, που όμως θα συνεχίσει να αποκλείει σημαντικές μάζες. Αλλά κι αυτό θα συνοδεύεται εξ ορισμού από μεγάλο έλλειμμα σταθερότητας, από έλλειψη θεσμικής άμυνας στην ασυδοσία, από δημοκρατικό κενό, από αποδυνάμωση της λαϊκής εκπροσώπησης, από υποχώρηση κεκτημένων, από εσωστρέφεια και αίσθημα διαρκούς εξάρτησης από την όποια εξουσία.
Δεν θα είναι όλα απόλυτα ζοφερά προφανώς. Αν εξελιχθούν τα παραπάνω, και εστίες διαφορετικής πορείας θα υπάρχουν, και αντιστάσεις θα εμφανιστούν και υποχωρήσεις εξουσιαστικές θα γίνουν. Και δεν είναι καν δεδομένο πως το κύμα αυτό αστάθειας θα έχει πολλά χρόνια ζωής, πόσο μάλλον επιτυχίας. Καθώς η αδηφαγία που φανερώνει, εύκολα μπορεί να προκαλέσει μια τόσο απότομη και βαθιά καταστροφή, που να αυτοακυρωθεί από το έντρομο πλέον κοινό.
Τι κάνουμε; Το μεγάλο ερώτημα. Πέρα από την περιγραφή του δράματος, την εκτόνωση των προβληματισμών και φόβων μας σε μια ακόμη διαδικτυακή σκιαμαχία, σε ένα meme, σε μια ατάκα, σε ένα εκδικητικό και χαιρέκακο, «ας προσέχατε». Αλλά και πέρα από συστάσεις «ζήστε με αυτό» και με το γνωστό αδιέξοδο του αναμασήματος των αμαρτιών του «παλαιού συστήματος», μόνο και μόνο για να ανοίξει ο δρόμος σε αρκετά περισσότερες. Εδώ έχουμε και τη λεγόμενη «λαγνεία της καταστροφής», όπου η απογοήτευση από την προϋπάρχουσα γενικευμένη φθορά θεσμών και αξιών, μαζί με τη διαπίστωση των προβλημάτων του χθες που δεν επιλύονται, μετατρέπεται σε υπεράσπιση του επερχόμενου χάους. Είτε γιατί κάποιοι πιστεύουν πως θα είναι «σωτήριο», είτε κυρίως γιατί έτσι θα «τιμωρηθούν όσοι μας πρόδωσαν»…
Ξανά στο ερώτημα: Το οποίο μπορεί να απαντηθεί, όχι όμως πλήρως, από το τι, τουλάχιστον δεν κάνουμε. Όπου δεν συστήνουμε υπομονή «γιατί δεν είναι τώρα ώρα να ελέγξουμε τη νομιμότητα των ενεργειών», καθώς το τελευταίο, έστω και ως έμμεση κριτική, είναι αυτοπαγίδευση στην αποδοχή της παρανομίας, που δεν συναντά τείχος άρνησης. Επίσης δεν αρνούμαστε την συμπαράταξη με όσους είναι τολμηρότεροι μας, στην διατύπωση του προφανούς. Ακόμη δεν φοβόμαστε να εκφέρουμε τον αναλυτικό λόγο με παραδοχή των λαθών, που να καταδεικνύει τελικά το επερχόμενο χάος.
Δεν καλλιεργούμε ακόμη τον όποιο λαϊκισμό και τους μηχανισμούς κοινωνικών αυτοματισμών, που μπορεί να μας εξυπηρετούν εγχώρια, αλλά παράλληλα αυξάνουν την αντιθεσμική τάση της κοινωνίας και την καχυποψία της. Δεν… δανείζουμε την εξουσία σε «κύκλους» και «παρέες», όσο φιλικές, βολικές, αποδοτικές ίσως και να είναι, γιατί αυτό επικυρώνει το παγκόσμιο κλίμα παρόμοιας αναδιανομής ισχύος. Δεν εμφανιζόμαστε συμβιβαστικοί στο νόμιμο αναγνωρίζοντας εξαιρέσεις, ή «προσωρινές παραχωρήσεις». Δεν αναζητάμε την επιβεβαίωση μας σε κάποιο χάδι ισχυρών, όταν αυτό αποδεικνύει την ασυδοσία τους. Δεν επαφιόμαστε σε μια απονομή ρόλου, για τον οποίο ούτε καν μας ζητήθηκε η γνώμη. Δεν καλλιεργούμε την ανόητη παραμυθία των μαγικών υποσχέσεων και της «εξουσίας των δρόμων» που υποτίθεται θα δώσουν επίλυση. Δεν αφήνουμε ανοχύρωτη την δική μας διεθνή θέσπιση στο όνομα μιας καχεκτικής ελπίδας ότι αυτό «θα εκτιμηθεί». Και δεν προστρέχουμε σε λογικές που αν εφαρμοστούν εναντίον μας, θα είναι οδυνηρές.
Έτσι αν χθες η σαθρή Βενεζουέλα και αύριο η ανέφελη Γροιλανδία, αν μεθαύριο η υπονόμευση του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και άλλων βασικών θεσμών υπερεθνικής συσπείρωσης, αν αντιμεθαύριο η διάλυση κάθε συμμαχίας που κρίνεται πλέον περιττή, αν σύντομα η ακραία κλιμάκωση επεμβάσεων, εμπορικών «πολέμων», διεκδικήσεων τεμαχίων του πλανήτη ως αποκλειστικής εξουσίας, μαζί με την ευθεία και ανοιχτή παρέμβαση σε κάθε «φίλια» χώρα, ώστε εκεί να εκλεγεί ο εκάστοτε εκλεκτός (κατά Μάσκ, Τραμπ, Πούτιν κ.ο.κ.), αν όλα αυτά συμβαίνουν, απειλούνται και προετοιμάζονται, τότε ολοφάνερα το χθες πεθαίνει, αλλά και δεν ξημερώνει τίποτα ευοίωνο στη θέση του.