
Ryan N. Noppen, Malta 1940-42, Osprey Air Campaign αριθμός 4, πρώτη έκδοση 2018, 98 σελίδες, ασπρόμαυρο με έγχρωμα γραφήματα, τιμή 16,99 λίρες στερλίνες.
Η δεύτερη αεροπορική εκστρατεία του Β’ Π.Π. την οποία θα παρουσιάσουμε από τη γνωστή σειρά βιβλίων AIR CAMPAIGN του εκδοτικού οίκου Osprey, αφορά τη Μάχη της Μάλτας. Το μικρό αρχιπελαγικό κράτος των 315 τετραγωνικών χιλιομέτρων, αποτελούσε έως το 1964, λόγω της στρατηγικής του θέσης, άλλο ένα «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αυτή τη φορά στη μέση της Μεσογείου.

Η προσπάθεια του Άξονα να το καταβάλει από αέρος διήρκεσε περίπου 2,5 έτη, από την πρώτη -και μεγάλη, για τα ιταλικά δεδομένα- επιδρομή της Regia Aeronautica στις 11/6/1940 (σ.σ. την επομένη της εισόδου της φασιστικής Ιταλίας στον Πόλεμο,) μέχρι την ήττα του Ρόμμελ στο Ελ Αλαμέιν το Νοέμβριο του 1942, γεγονός που πλέον απομείωσε τη σημασία της ως κέντρου επιχειρήσεων εναντίον των νηοπομπών που τροφοδοτούσαν το AfrikaKorps. Επί της ουσίας, όμως, η Μάχη είχε τελειώσει ήδη από τα τέλη Ιουνίου 1942, όταν ο Χίτλερ ακύρωσε τη σχεδιαζόμενη εισβολή στη νήσο, γνωστή ως «Επιχείρηση Ηρακλής».
Ήδη από την εισαγωγική αυτή παρατήρηση, αντιλαμβανόμαστε τις μεγάλες ομοιότητες με την Μάχη της Αγγλίας (βλέπε προηγούμενη βιβλιοκριτική): Και εδώ έχουμε μια ολιγάριθμη δύναμη αεροσκαφών της RAF, με ορμητήριο μια νήσο -πολύ πιο μικρή όμως- που είχε να αντιμετωπίσει πολύ ισχυρότερες αριθμητικά δυνάμεις της Luftwaffe και της Regia Aeronautica, οι οποίες επιδόθηκαν σε ένα ανελέητο σφυροκόπημα. Εντούτοις, τόσο οι ένστολοι, όσο και οι πολίτες υπερασπιστές, διατήρησαν, όχι χωρίς θυσίες, “ηθικόν ακμαιότατον” και δεν παραδόθηκαν. Όπως, επίσης, και στην άλλη περίπτωση, τελικά η σχεδιαζόμενη από θαλάσσης εισβολή -εδώ ως εκ θαύματος- απετράπη.

Και σε αυτή τη μονογραφία, αναλύονται οι δυνατότητες των επιτιθέμενων και των αμυνόμενων, οι αντικειμενικοί σκοποί της εκστρατείας και η ίδια η εκστρατεία, ενώ το τελευταίο κεφάλαιο αποτελεί ανάλυσηαπολογισμό. Επίσης οι τακτικές εναέριας μάχης παρουσιάζονται σε έγχρωμα, πάρα πολύ διαφωτιστικά, διαγράμματα.
Οι φάσεις της μάχης ήταν βασικά οι εξής τέσσερις: Πρώτον, από τον Ιούνιο του 1940 μέχρι τον Ιανουάριο του 1941, όταν η Regia Aeronautica επιχειρούσε μόνη της με πενιχρά αποτελέσματα (καθώς ενεπλάκη και στην Ελλάδα, από τον Οκτώβριο του 1940, όπως θα δούμε στην επόμενο μέρος της τριλογίας). Μάλιστα, στις αρχές του 1941 είχε ξεμείνει με 14 βομβαρδιστικά και 46 μαχητικά, μια δύναμη προφανώς ανεπαρκέστατη. Στην επόμενη φάση, τον Ιανουάριο του 1941 ήλθε για βοήθεια των Ιταλών ο άκρως επικίνδυνος αεροπορικός γερμανικός σχηματισμός, X Fliegerkorps, που φάνηκε να γέρνει την πλάστιγγα υπέρ του Άξονα, μολονότι απέτυχε να βυθίσει το αεροπλανοφόρο HMS Illustrious εντός του Μεγάλου Λιμένα, όπου είχε καταφύγει για επισκευές (Ιαν. 1941). Τότε ήταν που οι ίδιοι οι Γερμανοί επιτελείς πρότειναν στο Χίτλερ εισβολή από αέρος, αυτός όμως επέλεξε τελικά την Κρήτη (“Επιχείρηση Ερμής”). Οι σχεδόν 1.500 έξοδοι βομβαρδισμού του Χ Fliegerkorps την περίοδο εκείνη ήταν πολύ πιο αποτελεσματικές από των Ιταλών, για τον απλούστατο λόγο ότι μετέφεραν μεγαλύτερες βόμβες, ακόμη και των 1.000 κιλών. Αναγκάστηκε, όμως, να αποχωρήσει τον ίδιο Ιούνιο ενόψει της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Για την ακρίβεια, ήδη από τον Απρίλιο η γερμανική παρουσία είχε μειωθεί, λόγω της ανάγκης για επίθεση στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα: αριθμούσε πλέον 62 μαχητικά, 101 μέσα βομβαρδιστικά και 80 Stuka. Η τρίτη φάση (μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου 1941), πάλι χωρίς τους Γερμανούς, υπήρξε η πλέον υποτονική όλων, με αποτέλεσμα τα βρετανικά αεροπλάνα ναυτικής συνεργασίας, με ορμητήριο τη νήσο, να κάνουν θραύση εναντίον των εχθρικών νηοπομπών: μέσα σε ένα πεντάμηνο μέχρι και τα τέλη Οκτωβρίου, βύθισαν πλοία εκτοπίσματος 132.690 τόνων, επί συνόλου 299.880 τόνων που απώλεσε τότε ο Άξονας σε ολόκληρη την Κεντρική Μεσόγειο. Η δύναμη κρούσης της νήσου είχε φτάσει να αριθμεί τότε 28 Blenheim, 33 Wellington και 25 Maryland (συν λίγα πεπαλαιωμένα Swordfish), ήτοι υπερτερούσα της αντίστοιχης Ιταλικής στη Σικελία. Το ότι πραγματοποίηθηκαν και 59 “αντίστροφες” επιδρομές (από Μάλτα εναντίον Σικελίας, με στόχο τα ιταλικά αεροδρόμια) τα λέει όλα! Η τέταρτη και τελευταία φάση, όμως, διάρκειας 11 μηνών από το Δεκέμβριο του 1941 και εφεξής, παραλίγο να «γονατίσει» τους αμυνόμενους: για την ακρίβεια, στα μέσα Μαΐου 1942 ο στρατάρχης Άλμπερτ Κέσερλινγκ, Διοικητής του Αεροπορικού Στόλου 2 με ορμητήριο τη Σικελία, διακήρυξε προς το Βερολίνο ότι είχε πλέον επιτύχει «αεροπορική υπεροχή» πάνω από τη Μάλτα, αλλά η εισβολή που πολλοί περίμεναν να ακολουθήσει δεν έλαβε χώρα ποτέ…

Μια βασική διαπίστωση του συγγραφέα, η οποία αφορά, βεβαίως, και τις επιχειρήσεις του 1940/41 εναντίον της Ελλάδας, είναι η ανεπάρκεια των ιταλικών εργοστασίων να παράξουν τα προβλεπόμενα από το Ντούτσε αεροπλάνα για τη Regia Aeronautica: η τελευταία ξεκίνησε τον πόλεμο το θέρος του 1940 διαθέτοντας 3.619 μονάδες όλων των τύπων, διασκορπισμένες σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία, ακόμη και στην Ανατολική Αφρική, εκ των οποίων μόλις το 54% επιχειρησιακά.
Ακόμη χειρότερα, τα ιταλικά μέσα βομβαρδιστικά, ακόμη και τα τρικινητήρια, μετέφεραν μικρό οπλικό φορτίο και βόμβες βάρους 50 έως 250 κιλών έκαστη (με εξαίρεση μόνο 444 των 500 κιλών και 20 των 800 κιλών στα αποθέματα του Ιουνίου 1940). Να γιατί ακόμη και στην πρώτη, πολύ μεγάλη, επιδρομή κατά της Μάλτας στις 11/6/1940, ελάχιστες σοβαρές ζημίες προκλήθηκαν στις υποδομές από μια συνολική ποσότητα 43.000 κιλών βομβών. Ο πλέον αποτελεσματικός τύπος και σε ιταλική υπηρεσία κατά της Μάλτας ήταν το μονοκινητήριο, κάθετης εφόρμησης, επιθετικό Ju87 Stuka, που ρίχτηκε στη μάχη στις 5/9/1940 με το 96° Gruppo Tuffatori, αλλά σε κάθε περίπτωση επρόκειτο για τακτικό τύπο, όχι εργαλείο για στρατηγικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, μόνο 10 μονάδες ήταν διαθέσιμες το 1940. Στην αρχή των επιχειρήσεων τον Ιούνιο, οι Ιταλοί και δη με ορμητήριο τη μικροσκοπική Παντελερία διέθεταν το περιορισμένης παραγωγής (μόλις 34 μονάδες) SM.85, έναν δικινητήριο τύπο κάθετης εφόρμησης, που στην πράξη αποδείχτηκε παταγώδης αποτυχία. Γενικά, όπως συνοψίζει ο συγγραφέας, «η Regia Aeronautica εισήλθε σε έναν πόλεμο για τον οποίο απλά δεν ήταν έτοιμη». Αυτό επιβεβαιώθηκε και το 1940/41 στα Βαλκάνια.
Τα βρετανικά μαχητικά τα οποία υπερασπίζονταν τη νήσο ήταν αρχικά 4 απαρχαιωμένα διπλάνα Gladiator συν 42 αντιαεροπορικά πυροβόλα, με τα πρώτα 5 μονοπλάνα Hurricane να φθάνουν στα τέλη Ιουνίου 1940. Αυτός ο τύπος επωμίστηκε το κύριο βάρος της αεράμυνας της Μάλτας επί μακρόν, με τα πρώτα 15 Spitfire να φθάνουν μόλις στις 7/3/1942 (ίσως την κρισιμότερη στιγμή της μάχης)!

Από πλευράς Άξονα, πέραν των βομβαρδιστικών SM.79, Z.1007 bis, BR.20, He111H και Ju87/88, πολέμησαν αρχικά τα μαχητικά Fiat CR.42 (διπλάνο) και Macchi C.200 Saetta και, κατόπιν, τα θανάσιμα C.202 Folgore (ντεμπούτο στις 1/10/1941) και Bf109E (ντεμπούτο στις 12/2/1941). Το 1942, το τελευταίο αντικαταστάθηκε από το ακόμη καλύτερο Bf109F. Το Saetta ήταν, σε γενικές γραμμές, ισοδύναμο του Hurricane (με μεγίστη ταχύτητα 503 χιλιόμετρα/ώρα και οροφή τα 29.200 πόδια), αλλά ελαφρύτερα οπλισμένο. Από την επόμενη γενιά μαχητικών πάνω από τη νήσο, ισάξια περίπου του Spitfire Mk V, το Folgore ήταν καταπληκτικό σε επιδόσεις (600 χλμ/ώρα και οροφή 37.750 πόδια) και σε ευελιξία, καίτοι ακόμη πιο ελαφρά οπλισμένο από τον προκάτοχό του. Το δε «μπαρουτοκαπνισμένο» Bf109E (570 χλμ/ώρα και οροφή 36.000 πόδια) προξένησε σοβαρότατες απώλειες στους ηρωικούς υπερασπιστές, λόγω και των έμπειρων πιλότων του: μεταξύ αυτών, περίοπτη θέση κατείχε ο 23χρονος Γιόακιμ Μούχενμπεργκ της Staffel (Μοίρας) 7 της Jagdgeschwader (Πτέρυγας Δίωξης) 26 με έδρα τη Γέλα: το 1941, αυτός πέτυχε 18-20 από τις 40-42 καταρρίψεις της μονάδας του (που κατά μέσο όρο αριθμούσε μόλις 14 διαθέσιμα μαχητικά). Τελικά, σκοτώθηκε στην Τυνησία δύο χρόνια μετά, την άνοιξη του 1943…
Η μάχη κορυφώθηκε τους πρώτους έξι μήνες του 1942, οπότε ο ικανότατος Κέσερλινγκ, διαθέτοντας 400 ετοιμοπόλεμα αεροπλάνα με ορμητήριο βάσεις της Σικελίας, επιδόθηκε σε εντατική καταστροφή των αμυνόμενων και στον αέρα και στο έδαφος. Μόνο οι γερμανικές έξοδοι βομβαρδισμού το δραματικό εκείνο Μάρτιο έφτασαν τις 1.210, 860 ημερήσιες και 350 νυκτερινές (ενώ συνεπικουρούσαν, με πιο χαμηλό ρυθμό, και οι Ιταλοί). Το μήνα εκείνο, η RAF έχασε 34 αεροπλάνα στον αέρα και 95 στο έδαφος, πραγματική αιμορραγία. Η κορύφωση, πάντως, της γερμανικής δραστηριότητας πάνω από τη Μάλτα έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 1942, με 4.338 εξόδους βομβαρδισμού και 4.132 δίωξης! Το τονάζ βομβών που δέχτηκε εκείνο το μήνα το νησί (6.727 τόνοι) ήταν υπερτριπλάσιο του δεύτερου χειρότερου μήνα σε ολόκληρη τη Μάχη, δηλαδή του Μαρτίου 1942 (2.147 τόνοι). Την 21/4, ο Χίτλερ συναίνεσε καταρχήν στην ιταλική πρόταση να πραγματοποιηθεί απόβαση, κάτι για το οποίο ο στρατηγός Καβαλέρο πίεζε έντονα ήδη από τον Οκτώβριο του 1941 (με τα πρώτα ιταλικά σχέδια να χρονολογούνται από το 1938 και να ομιλούν για 40.000 άνδρες επί 80 αποβατικών λέμβων).

Μπορεί μεν εκείνο το δίμηνο (Μάρτιος-Απρίλιος 1942) η Luftwaffe να έχασε στις επιχειρήσεις 55 βομβαρδιστικά και 68 μαχητικά, αλλά η RAF ήταν σε ακόμη χειρότερη κατάσταση: μέσα στον “κολασμένο” Απρίλιο, έχασε 72 αναχαιτιστικά, ήτοι 42 Spitfire (τα 20 στον αέρα) και 30 Hurricane (τα 11 στον αέρα) !!! Ως εκ τούτου, η διαθέσιμη δύναμη στις 30/4 ήταν μόλις 12 επιχειρησιακά μαχητικά, 7 Spitfire και 5 Hurricane. Σπουδαίοι πιλότοι της RAF χάθηκαν ηρωϊκά μαχόμενοι σε εκείνες της άνισες αναμετρήσεις, όπως λ.χ. ο 22χρονος Ουαλός Νόρμαν Μακ Κουήν στις 4/5, ο οποίος είχε ήδη προλάβει να καταρρίψει με το Spitfire του 7 ή 8 εχθρικά αεροπλάνα. Με τον Κέσερλινγκ να δηλώνει θριαμβευτικά ότι νίκησε στις 10/5/1942 (βλ. παραπάνω), συνέβη κάτι εντελώς αναπάντεχο, που έσωσε τη νήσο: αφενός μεν η παράλληλη προέλαση του Ρόμελ προς την Αίγυπτο και η κατάληψη του Τομπρούκ, αφετέρου δε η φρενήρης προετοιμασία για την τιτάνια επιχείρηση στη Νότια Ρωσία (επιχείρηση FALL BLAU, 28/6/1942), έκαναν το Χίτλερ να νομίσει πως η «Επιχείρηση Ηρακλής» ήταν περιττή, εξ ου και την ανέστειλε στις 21/6/1942! Εξάλλου, η εμπειρία της Κρήτης το Μάιο του 1941 είχε δείξει στη Βέρμαχτ πως η κατάληψη νήσων δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση…
Βεβαίως, η αναστολή της απόβασης δε σήμαινε και άρση του αποκλεισμού. Ως σημείο καμπής, όμως, και στην ίδια την πολιορκία της νήσου αναγνωρίζεται η Επιχείρηση Pedestal, μια συμμαχική νηοπομπή που έφτασε τελικά στη Μάλτα τον Αύγουστο του 1942 και που περιλάμβανε και το τάνκερ Ohio, γεμάτο πολύτιμο αεροπορικό καύσιμο. Αν και η εν λόγω νηοπομπή υπέστη βαρύτατες απώλειες, η άφιξή της απέδειξε ότι οι γερμανικές και ιταλικές προσπάθειες να αποκτήσουν υπεροχή σε αέρα και θάλασσα είχαν αποτύχει. Και το πλήρωσαν ακριβά: Το Σεπτέμβριο του 1942, πάνω από 100.000 τόνοι εφοδίων προοριζόμενα για το Afrika Korps (παραμονές ακριβώς της κρίσιμης μάχης του Ελ Αλαμέιν) κατέληξαν στο βυθό της θάλασσας από τα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας της Μάλτας. Από αυτά, το “μακρύτερο χέρι” ήταν το Wellington, που με ακτίνα δράσης μάχης 785 ν.μ. έφτανε μέχρι τη Βεγγάζη! Εκ των υστέρων, λοιπόν, η μη κατάληψη της νήσου από τον Άξονα απέβη μοιραία. Η τελευταία πραγματικά μεγάλη επίθεση εναντίον της Μάλτας έγινε στις 13/10/1942 σε 4 “κύματα”. Συμπερασματικά, όπως γράφει ο συγγραφέας στον Επίλογο του βιβλίου, η Μάλτα υπήρξε μια μάχη την οποία ο Άξονας έχασε, τη στιγμή ακριβώς που φαινόταν έτοιμος να την κερδίσει...
Το βιβλίο, ενδεχομένως και λόγω του μικρού μεγέθους του, δεν προβαίνει στην παραμικρή ονομαστική αναφορά ως προς τους πιλότους-υπερασπιστές της νήσου και αυτό ασφαλώς συνιστά μειονέκτημα. Να υπενθυμίσουμε λοιπόν εμείς ότι πάνω από τη Μάλτα το “καυτό” εκείνο 1942 έδρασε και ο μεγαλύτερος Έλληνας «άσσος» όλων των εποχών: ο ομογενής, με καταγωγή από τη Λήμνο και κάτοικος, προπολεμικά, της αγγλοκρατούμενης Νότιας Ροδεσίας / νυν Ζιμπάμπουε, Ιωάννης/Johny Αγοραστός Πλαγής (1919-1974). Ο Έλληνας και ως προς την υπηκοότητα πιλότος κατετάγη στη RAF το 1940, σε ηλικία 21 ετών. Αφίχθη στη Μάλτα με την πρώτη παρτίδα των Spitfire (7/3/1942) και σημείωσε εκεί τις 11 επιβεβαιωμένες, συν 2 πιθανές, από τις 16 επιβεβαιωμένες, συν 3 πιθανές, καταρρίψεις του στο Β’ Π.Π. Αυτές σημειώθηκαν μέσα σε λιγότερο από ένα τρίμηνο, ήτοι μεταξύ 10/3/1942 και 7/6/1942, καίτοι παρέμεινε στο νησί λίγο ακόμη. Η αποθέωσή του έλαβε χώρα την Πρωταπριλιά του 1942, όταν έρριξε 4 -3,5 σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά- Γερμανούς (σ.σ. εκ των οποίων 2 ήταν μαχητικά Bf109) συν 1 πιθανό. Για λόγους που ακόμη δε γνωρίζουμε, ο Πλαγής (που παρέμεινε για λίγο στη RAF και μετά τον Πόλεμο, ως το 1948, πετώντας μάλιστα με το τζετ Gloster Meteor) αυτοκτόνησε το 1974 στη Ν.Ροδεσία σε ηλικία 55 ετών. Σύντομο άρθρο για την Πλαγή έχει δημοσιεύσει η Π στις 17/1/2021. Εδώ, δε, να πούμε ότι οι ηρωικοί πιλότοι οι οποίοι υπερασπίστηκαν τη νήσο με τα χρώματα, βεβαίως, της RAF δεν ήταν μόνο Βρετανοί: μόνο οι Αμερικανοί υπήκοοι ήταν 42!

Λίγο πιο μετά -ξεκινώντας το καλοκαίρι του 1942- έδρασε πάνω από το νησί και ο επονομαζόμενος, λόγω του εκρηκτικού χαρακτήρα του, «Screwball», ήτοι ο πιο επιτυχημένος πιλότος και των δύο πλευρών τα 2,5 χρόνια της σύγκρουσης: επρόκειτο για τον Καναδό βιρτουόζο της σκοπευτικής τέχνης Τζορτζ Φρέντερικ Μπέρλινγκ (1921-1948) της 249ης μοίρας, ο οποίος έφτασε τις 27 εναέριες νίκες στη Μάλτα, επί συνόλου 31 ή 32 στο Β’ Π.Π. οπότε πήρε και το έτερο παρατσούκλι “Γεράκι της Μάλτας”. Σημειωτέον ο εν λόγω είχε μόλις συμπληρώσει τα 20 του χρόνια το Δεκέμβριο του 1941. Μάλιστα, η ολιγόμηνη παραμονή του στη Μάλτα (την οποία ο ίδιος χαρακτήρισε “Ο Παράδεισος ενός πιλότου δίωξης”) περιλάμβανε μόλις 14 ημέρες πραγματικών εμπλοκών με τον εχθρό! Ορισμένα, δε, από τα θύματα του “μικρού” ήταν διάσημοι και δη υψηλόβαθμοι πιλότοι δίωσης της Regia Aeronautica, γεγονός που προκάλεσε σοκ στην ιταλική πλευρά. Σημειωτέον κανένας άλλος Καναδός πιλότος στην Ιστορία δεν πέτυχε τόσο πολλές νίκες. Και ο ίδιος, πάντως, καταρρίφθηκε τέσσερις φορές πάνω από τη νήσο, υφιστάμενος μάλιστα σοβαρά τραύματα στην τελευταία του πολεμική αποστολή, στις 14/10/1942. ΄Οπως και ο Πλαγής, έτσι κι αυτός πετούσε τότε με αεροσκάφος Spitfire Mk V. Σκοτώθηκε το 1948 σε δυστύχημα στην Ιταλία, στη φάση προσγείωσης στο Aeroporto di Roma-Urbe και κατά την προσπάθειά του να παραδώσει ένα αεροσκάφος γενικής χρήσης C-64 στους Ισραηλινούς, οι οποίοι είχαν μόλις ανακηρύξει την ανεξαρτησία τους στη Μ.Ανατολή. Από το 1950, είναι θαμένος στο Ισραήλ.

Συνολικά, από το 1940 ως το 1943, η Regia Aeronautica πραγματοποίησε 35.724 πολεμικές εξόδους πάνω από το νησί -δίωξης, αναγνώρισης και βομβαρδισμού- και η Luftwaffe κατά τι περισσότερες, 37.432 (εκ των οποίων το 80% εντός 1942). Ο συνολικός αριθμός των επιδρομών -όχι εξόδων- ήταν 3.343, ενίοτε, δε, υπήρξαν και 4 ή 5 επιδρομές μέσα στην ίδια ημέρα. Η συνολική δύναμη του Άξονα η οποία ενεπλάκη σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Μάλτας από τη Σικελία και την Παντελερία εκτιμάται πως ξεπέρασε, εκείνα τα 2,5 έτη, τις 2.000 πολεμικά αεροσκάφη, έναντι περίπου 700 μαχητικών των υπερασπιστών. Οι Βρετανοί έχασαν πάνω από τη Μάλτα -μέχρι την απόβαση στη Σικελία το καλοκαίρι του 1943 που συνεχίστηκαν κάποιες σποραδικές αερομαχίες- 547 αεροσκάφη όλων των τύπων, εκ των οποίων αναχαιτιστικά 369. Πολλά ακόμη βρετανικά αεροπλάνα καταστράφηκαν στο έδαφος,ενώ οι νεκροί αεροπόροι της RAF ανήλθαν σε 900 (όλα τα αεροσκάφη όλων των τύπων-ρόλων). Επίσης, 1.581 Μαλτέζοι πολίτες σκοτώθηκαν από τις βόμβες και άλλοι 1.846 τραυματίστηκαν.

Για να καταλάβει κανείς την τρομακτική ασυμμετρία ισχύος, αρκεί να πούμε πως στις αρχές Μαρτίου 1942, δηλαδή πριν την άφιξη των πρώτων Spitfire (βλ. παραπάνω) και με τη Luftwaffe ήδη να σφυροκοπεί μετά μανίας, οι υπερασπιστές της νήσου είχαν απομείνει με μόλις 21 χιλιοταλαιπωρημένα Hurricane! Για τις συνολικές απώλειες του Άξονα, ο συγγραφέας -κακώς, κατά τη γνώμη μας- δεν παραθέτει αναλυτικά στοιχεία, αλλά αυτές εκτιμώνται σε 863 πολεμικά αεροσκάφη στον αέρα μέχρι το Νοέμβριο του 1942. Αυτά καταρρίφθηκαν είτε σε αερομαχίες (τα περισσότερα) είτε από τα αντιαεροπορικά πυροβόλα της νήσου. Γενικότερα, πάντως, ποτέ μέχρι το θέρος του 1942 η διαθέσιμη δύναμη των Βρετανών, πάντα σε ρόλο αεράμυνας, δεν ξεπέρασε τα 70-75 μαχητικά και τα 230 αντιαεροπορικά πυροβόλα (μόνο προς το τέλος του 1942, μετά την τελευταία μεγάλη επιδρομή του Οκτωβρίου, ήταν πλέον γύρω στα 100-110 μαχητικά). Να γιατί σε πολλές αερομαχίες, η αναλογία αμυνόμενων προς επιτιθέμενους ήταν 1 προς 20, ακόμη και 1 προς 30! Συμπερασματικά, πρόκειται για μια εξαιρετική μονογραφία, που ζωντανεύει πολύ παραστατικά μια από τις σημαντικότερες εναέριες αναμετρήσεις του Β’ Π.Π.