Σε μια κίνηση με σαφές πολιτικό, κοινωνικό αλλά και συμβολικό φορτίο, ο Donald Trump ανακοίνωσε την πρόθεσή του να επιβάλει ανώτατο όριο 10% στα επιτόκια πιστωτικών καρτών στις Ηνωμένες Πολιτείες, με ισχύ από τις 20 Ιανουαρίου 2026 και διάρκεια ενός έτους. Η ανακοίνωση έγινε μέσω επίσημης ανάρτησης που αναπαράχθηκε από τον Λευκό Οίκο, αλλά και μέσω του προσωπικού του λογαριασμού στο Truth Social, προκαλώντας άμεσες και έντονες αντιδράσεις τόσο στον χρηματοπιστωτικό τομέα όσο και στο πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ.
Η κίνηση αυτή στοχεύει ευθέως τις μεγάλες εταιρείες πιστωτικών καρτών και τις τράπεζες, τις οποίες ο Τραμπ κατηγορεί ότι εκμεταλλεύονται συστηματικά τους Αμερικανούς πολίτες μέσω υπερβολικών επιτοκίων, τα οποία –όπως σημειώνει– κυμαίνονται σήμερα μεταξύ 20% και 30%, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις αυξήθηκαν περαιτέρω κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Μπάιντεν. Το μέτρο παρουσιάζεται ως πράξη «οικονομικής προστασίας της μεσαίας τάξης» και εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια του Τραμπ να εμφανιστεί όχι ως υπερασπιστής των χρηματοπιστωτικών ελίτ, αλλά ως πολιτικός που συγκρούεται μαζί τους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το χρονικό σημείο επιβολής της απόφασης. Η 20ή Ιανουαρίου 2026 δεν είναι τυχαία ημερομηνία, καθώς συμπίπτει με την επέτειο ενός έτους από την ανάληψη της νέας προεδρικής θητείας του Τραμπ. Η επιλογή αυτή προσδίδει έντονο συμβολισμό, παρουσιάζοντας το μέτρο ως σημείο καμπής και ως εμβληματική πολιτική πράξη της νέας του διακυβέρνησης.
Στην ανάρτησή του στο Truth Social, ο Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε επί λέξει τα εξής:
«Παρακαλώ να ενημερωθείτε ότι δεν θα επιτρέψουμε πλέον ο Αμερικανικός Λαός να “γδέρνεται” από τις εταιρείες πιστωτικών καρτών, οι οποίες χρεώνουν επιτόκια από 20% έως 30%, και ακόμη υψηλότερα – κάτι που επιδεινώθηκε ανεμπόδιστα κατά τη διάρκεια της νωθρής διακυβέρνησης Μπάιντεν. Η ΠΡΟΣΙΤΟΤΗΤΑ έχει σημασία! Από τις 20 Ιανουαρίου 2026, ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, καλώ για την επιβολή πλαφόν ενός έτους στα επιτόκια πιστωτικών καρτών στο 10%. Συμπτωματικά, η 20ή Ιανουαρίου θα συμπέσει με την επέτειο ενός έτους από τη ιστορική και ιδιαίτερα επιτυχημένη κυβέρνηση Τραμπ. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας στο ζήτημα αυτό. ΚΑΝΤΕ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΞΑΝΑ ΜΕΓΑΛΗ! – Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ»
Η γλώσσα της ανάρτησης δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Ο Τραμπ επιλέγει συνειδητά μια αντισυστημική ρητορική, κατηγορώντας ευθέως τις τράπεζες και τις εταιρείες πιστωτικών καρτών για αισχροκέρδεια, ενώ ταυτόχρονα φορτώνει πολιτικά την ευθύνη στην προηγούμενη κυβέρνηση. Πρόκειται για μια ρητορική που θυμίζει περισσότερο κοινωνική ατζέντα παρά κλασικό ρεπουμπλικανικό οικονομικό λόγο, γεγονός που έχει ήδη προκαλέσει αμηχανία σε κύκλους της Wall Street.
Σε πρακτικό επίπεδο, το μέτρο εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη θεσμική δυνατότητα επιβολής ενός τέτοιου πλαφόν αποκλειστικά με προεδρική πρωτοβουλία. Το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα λειτουργεί με σύνθετο πλέγμα ομοσπονδιακών και πολιτειακών ρυθμίσεων, ενώ η αγορά πιστώσεων είναι σε μεγάλο βαθμό ιδιωτικοποιημένη. Ωστόσο, το γεγονός ότι η ανακοίνωση προέρχεται απευθείας από τον Λευκό Οίκο δείχνει πρόθεση σύγκρουσης, ακόμη και αν αυτή οδηγήσει σε νομικές μάχες με τον χρηματοπιστωτικό τομέα ή στο Κογκρέσο.
Πολιτικά, η κίνηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια του Τραμπ να αναδιαμορφώσει το προφίλ του, προσεγγίζοντας κοινωνικά στρώματα που πιέζονται έντονα από το κόστος ζωής, το χρέος και τα υψηλά επιτόκια. Σε μια περίοδο όπου εκατομμύρια Αμερικανοί βασίζονται στις πιστωτικές κάρτες για βασικές ανάγκες, το μήνυμα του «πλαφόν στο 10%» λειτουργεί ως ισχυρό σύνθημα, ανεξαρτήτως του αν θα εφαρμοστεί τελικά πλήρως ή μερικώς. Σημειώνουμε πως ενώ στην Ελλάδα τα επιτόκια καταθέσεων είναι πρακτικά μηδενικά, τα επιτόκια των πιστωτικών ξεπερνούν αυτά των ΗΠΑ. Σημειώνουμε επίσης πως οι καταθέσεις σε δολάρια προσφέρουν επιτόκια κοντά στο 4 με 5%.
Το βέβαιο είναι ότι η ανακοίνωση αυτή ανοίγει μετωπική αντιπαράθεση με τις τράπεζες, μεταφέρει την οικονομική συζήτηση σε καθαρά πολιτικό επίπεδο και προϊδεάζει για μια προεδρική θητεία που δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει παρεμβατικά εργαλεία, ακόμη και σε τομείς που παραδοσιακά θεωρούνται «ιερό δισκοπότηρο» της ελεύθερης αγοράς στις Ηνωμένες Πολιτείες.