Το Ιράν βρίσκεται σε μια από τις πιο επικίνδυνες καμπές της πρόσφατης ιστορίας του, καθώς ένα κύμα διαδηλώσεων που ξεκίνησε από την οικονομική ασφυξία και την κατάρρευση της καθημερινότητας, μετατρέπεται σταθερά σε πολιτική σύγκρουση μηδενικού αθροίσματος ανάμεσα στο καθεστώς και σε ένα ετερόκλητο, αλλά ολοένα πιο αποφασισμένο κοινωνικό μέτωπο. Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο των τελευταίων ημερών είναι πως η κρίση παύει να μετριέται μόνο σε συγκεντρώσεις και επεισόδια. Μετριέται σε απώλεια ροής πληροφορίας, σε εντατικοποίηση της καταστολής, σε σημάδια τοπικής “διάρρηξης” του ελέγχου σε συνοικίες και κεντρικούς κόμβους, και σε μια παράλληλη “μάχη αφήγησης” για το ποιος εκπροσωπεί την επόμενη μέρα.

Η κυβέρνηση επέλεξε ως κεντρικό εργαλείο μια εκτεταμένη διακοπή επικοινωνιών με μπλάκ-άουτ στο διαδίκτυο, μεγάλες διακοπές σε υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, αποκλεισμό σε διάφορες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, με αποτέλεσμα την αδυναμίας μετάδοσης αξιόπιστης εικόνας των τεκταινόμενων προς το εξωτερικό. Το μέτρο λειτουργεί ταυτόχρονα ως αντι-συντονιστικό (σπάει τον ρυθμό των συγκεντρώσεων) και ως αντι-τεκμηριωτικό (μειώνει τη δυνατότητα να καταγραφεί άμεσα η έκταση της βίας). Σε μια χώρα όπου η ενημέρωση περνά ήδη από κρατικά φίλτρα, το “μαύρο” στις επικοινωνίες μετατρέπεται σε επιχειρησιακό πλεονέκτημα για το Θεοκρατικό Καθεστώς, καθώς περιορίζει την πρόσβαση ξένων ΜΜΕ στα τεκταινόμενα, αυξάνει την αβεβαιότητα και θολώνει τα όρια ανάμεσα σε επιβεβαιωμένα γεγονότα και σε ανεξέλεγκτες φήμες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κυκλοφορούν έντονες αναφορές περί “απώλειας ελέγχου” σε πόλεις και περί διαδηλωτών που “παίρνουν τον έλεγχο”. Η πραγματικότητα, όπως αποτυπώνεται από τα πιο αξιόπιστα κομμάτια πληροφόρησης, μοιάζει πιο σύνθετη: εμφανίζονται πράγματι τοπικά παράθυρα κυριαρχίας των διαδηλωτών (πλατείες, μεγάλες αρτηρίες, κόμβοι, γειτονιές) που σε συγκεκριμένες ώρες, κυρίως νύχτα, περνούν πρακτικά σε δικό τους έλεγχο. Αυτό συχνά συνοδεύεται από οδοφράγματα, καταστροφές συμβόλων του κράτους ή επιθέσεις σε υποδομές που θεωρούνται εργαλεία καταστολής (αστυνομικά τμήματα). Όμως η έννοια “μια πόλη άλλαξε χέρια” παραπέμπει σε διαρκή, συνολική απώλεια κρατικής παρουσίας – κάτι που απαιτεί ρήγμα στο ίδιο το πλέγμα ασφάλειας, και δύσκολα “κλειδώνει” ως συμπέρασμα όταν το κράτος διατηρεί ακόμη βαριά μέσα επιβολής και δυνατότητα ανακατάληψης.

Στο ανθρώπινο κόστος, οι αριθμοί ποικίλλουν, με κοινό παρονομαστή τη σταθερή αύξηση. Δίκτυα ακτιβιστών και οργανώσεις δικαιωμάτων μιλούν για χιλιάδες τραυματίες, μαζικές συλλήψεις και έναν απολογισμό εκατοντάδων νεκρών που ανεβαίνει όσο περνούν οι ημέρες. Οι συλλήψεις γίνονται με δύο στόχους, αφενός αποκεφαλισμό τοπικών πυρήνων, αφετέρου εκφοβισμό οικογενειών και κοινωνικών δικτύων, ώστε να “στεγνώσει” το ανθρώπινο ποτάμι των δρόμων. Παράλληλα, αυξάνονται οι καταγγελίες για υπερβολική χρήση βίας, με αναφορές για πραγματικά πυρά, χτυπήματα σε κοντινή απόσταση και επιχειρήσεις “σκούπας” μετά τη διάλυση συγκεντρώσεων. Σε τέτοιες συνθήκες, η εικόνα που χτίζει το καθεστώς προς τα μέσα είναι σαφής: όποιος επιμένει, μπαίνει στο κάδρο του “εσωτερικού εχθρού”.

Το ίδιο μήνυμα μεταφέρεται και θεσμικά. Η δικαστική/εισαγγελική ρητορική σκληραίνει, με επαναφορά κατηγοριών που μπορούν να οδηγήσουν σε ακραίες ποινές, ακόμα και σε εκτελέσεις. Το καθεστώς χρησιμοποιεί αυτό το εργαλείο ως πολλαπλασιαστή φόβου καθώς μετατρέπει τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις από “διαμαρτυρία” σε “υπαρξιακό ρίσκο”, επιχειρώντας να σπάσει την κοινωνική συμμαχία που σχηματίζεται στους δρόμους.

Η πολιτική διάσταση της κρίσης ενισχύεται και από μια δεύτερη εξέλιξη: την επανεμφάνιση, με μεγαλύτερη ένταση, του μοναρχικού συμβολισμού και κυρίως των παρεμβάσεων του Ρεζά Παχλαβί. Οι δημόσιες δηλώσεις του κινούνται στη λογική της κλιμάκωσης: κάλεσμα για συνέχιση των κινητοποιήσεων, πίεση προς κρίσιμους κλάδους να περάσουν σε απεργίες, και προσπάθεια να δοθεί πολιτική μορφή σε ένα κίνημα που παραμένει πολυκεντρικό. Η σημασία του στοιχείου αυτού δεν μετριέται μόνο στο “πόσοι τον ακολουθούν”. Μετριέται στο ότι προσφέρει σε μερίδα διαδηλωτών μια συμβολική ομπρέλα και, ταυτόχρονα, δίνει στο καθεστώς έναν “ορατό αντίπαλο” για να παρουσιάσει τις εξελίξεις ως σχέδιο ανατροπής με ξένες διασυνδέσεις. Σε αυταρχικά συστήματα, η ανάδυση εναλλακτικού πόλου –έστω και από το εξωτερικό– μετατρέπεται συχνά σε πρόσχημα για ακόμη πιο σκληρή αντιμετώπιση.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα κρίσιμα διλήμματα της αντι-καθεστωτικής πλευράς είναι η απουσία ενιαίας ηγεσίας λειτουργεί ως προστασία από “αποκεφαλισμό”, όμως περιορίζει τη δυνατότητα για συντονισμένη, μακράς διάρκειας πίεση. Και η μακράς διάρκειας πίεση είναι το μοναδικό εργαλείο που μετατρέπει μια εξέγερση σε αλλαγή συσχετισμών: παρατεταμένες απεργίες σε ενέργεια, μεταφορές, βιομηχανία και διοίκηση, και ρήγματα στη συνοχή της καταστολής. Χωρίς αυτά, το κράτος έχει περιθώριο να ανακτήσει τον έλεγχο “σε κύματα”, ακόμη κι αν πληρώνει μεγάλο κοινωνικό κόστος.

Το διεθνές περιβάλλον, αντί να λειτουργεί ως ουδέτερος παρατηρητής, βαραίνει την εξίσωση. Οι ΗΠΑ στέλνουν πολιτικά σήματα στήριξης προς τους διαδηλωτές, ενώ στο παρασκήνιο η συζήτηση για την “επόμενη κίνηση” παραμένει ανοιχτή. Ταυτόχρονα, το Ισραήλ εμφανίζεται σε αυξημένη επιφυλακή για σενάρια ευρύτερης κλιμάκωσης, καθώς μια βαθιά κρίση στην Τεχεράνη επηρεάζει αυτομάτως τη συμπεριφορά των ιρανικών δικτύων επιρροής στην περιοχή. Η ηγεσία του Ιράν, από την πλευρά της, επιχειρεί να “δέσει” την εσωτερική έκρηξη με εξωτερική απειλή, ώστε να συσπειρώσει μέρος της βάσης της και να νομιμοποιήσει πιο βαριά καταστολή στο όνομα της ασφάλειας.

Η πιθανότητα αμερικανικής επέμβασης αποτελεί το πιο φορτισμένο ερώτημα, επειδή ο όρος “επέμβαση” καλύπτει εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες.

Το πρώτο επίπεδο είναι η μη-επιθετική στρατιωτικά εμπλοκή: πρόσθετες κυρώσεις, διεθνής απομόνωση, τεχνολογική υποστήριξη σε επικοινωνίες των διαδηλωτών, επιχειρήσεις πληροφόρησης, πίεση σε διεθνείς οργανισμούς, στοχευμένες κινήσεις που αυξάνουν το κόστος καταστολής και μειώνουν τη δυνατότητα του καθεστώτος να ελέγχει την εικόνα. Αυτό είναι το πιο πιθανό πεδίο ενίσχυσης, επειδή έχει χαμηλότερο ρίσκο και επιτρέπει κλιμάκωση “σε δόσεις”.

Το δεύτερο επίπεδο είναι η περιορισμένη στρατιωτική δράση: στοχευμένα stand-off πλήγματα ή κυβερνοεπιχειρήσεις υψηλής έντασης με σκοπό αποτροπή, προστασία συμφερόντων ή τιμωρητικό μήνυμα. Η πιθανότητα τέτοιων ενεργειών ανεβαίνει κυρίως αν συμβούν δύο πράγματα: (α) τεκμηριωμένη, μαζική αιματοχυσία που προκαλεί διεθνή πολιτικό σοκ, (β) άμεση απειλή προς αμερικανικούς στόχους ή προς κρίσιμες οδούς/υποδομές της περιοχής (Στενά του Ορμούζ). Το ρίσκο είναι προφανές, αφού κάθε πλήγμα αυξάνει την πιθανότητα ιρανικών αντιποίνων μέσω πυραυλικών μέσων ή μέσω δικτύων proxies στην ευρύτερη περιοχή.

Το τρίτο επίπεδο είναι η μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επέμβαση με στόχο ριζική αλλαγή καθεστώτος μέσω εκστρατείας τύπου “εισβολής/κατοχής” ή εκτεταμένης αεροπορικής εκστρατείας που αλλάζει πλήρως τους όρους ισχύος. Αυτό το σενάριο σήμερα δείχνει χαμηλής πιθανότητας, επειδή το Ιράν είναι γεωγραφικά τεράστιο, διαθέτει σημαντικές ασύμμετρες δυνατότητες και μια τέτοια επιλογή θα άνοιγε πόρτα σε περιφερειακή ανάφλεξη μεγάλης διάρκειας. Με πιο απλά λόγια ακόμη και αν η πολιτική ρητορική “σκληραίνει”, η επιχειρησιακή πραγματικότητα επιβάλλει φρένο. Δύσκολα οι ΗΠΑ θα αποφασίσουν κάτι τέτοιο.

Για την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο, η κρίση στο Ιράν έχει δύο άμεσες προεκτάσεις. Πρώτον, επηρεάζει την ασφάλεια ναυσιπλοΐας και τη σταθερότητα σε θαλάσσιους διαδρόμους που συνδέονται με ενέργεια και εμπόριο. Δεύτερον, οποιαδήποτε κλιμάκωση ΗΠΑ–Ιράν μεταφέρει πίεση σε συμμαχικές υποδομές και σε ευρύτερες ισορροπίες, με πιθανή επίπτωση στην αγορά ενέργειας και στο στρατηγικό περιβάλλον της περιοχής.

Αποτίμηση

Η κατάσταση στο Ιράν μοιάζει να βρίσκεται σε ένα σημείο όπου και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι υποχώρηση ισοδυναμεί με ήττα. Οι διαδηλωτές επιχειρούν να μετατρέψουν τη μαζικότητα σε αντοχή και την αντοχή σε μόνιμη πίεση μέσω απεργιών και τοπικών “ζωνών” ελέγχου. Το καθεστώς επιχειρεί να μετατρέψει την ισχύ του κράτους σε φόβο, ποντάροντας σε μπλακ-άουτ, συλλήψεις και δικαστικό εκβιασμό. Το κρίσιμο ερώτημα της επόμενης εβδομάδας είναι αν θα εμφανιστούν σταθερές απεργιακές εστίες και αν θα φανούν ρωγμές μέσα στο πλέγμα ασφαλείας. Αν υπάρξουν, η κρίση αλλάζει επίπεδο. Αν απουσιάσουν, το καθεστώς αποκτά χρόνο να ανακτήσει έλεγχο με πολύ βαρύ τίμημα, αφήνοντας όμως πίσω του μια κοινωνία πιο ριζοσπαστικοποιημένη και μια χώρα πιο εύθραυστη από ποτέ.