Οι τροποποιήσεις/προσθήκες που κατέθεσε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας λίγο πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή» αποτελούν ένα πακέτο πέντε άρθρων, με ρυθμίσεις που ακουμπούν αποσπασματικά το προσωπικό. Στον δημόσιο διάλογο είχε καλλιεργηθεί η προσδοκία ότι, σε αυτό το στάδιο, θα φανεί μια πιο ουσιαστική «διόρθωση πορείας» ειδικά για τους υπαξιωματικούς, οι οποίοι εδώ και χρόνια θέτουν ζητήματα σταδιοδρομίας, καθημερινής υπηρεσιακής επιβάρυνσης, μεταθέσεων και αποδοχών. Η εικόνα που προκύπτει από το κείμενο της τροπολογίας είναι πιο περιορισμένη: περιλαμβάνει μια ρύθμιση νομικής υποστήριξης, μια ειδική πρόβλεψη συνυπηρέτησης για συγκεκριμένη κατηγορία ζευγαριών, έναν μηχανισμό κράτησης που επηρεάζει το εφάπαξ για παλαιότερη μετοχική σχέση, μια τεχνική αλλαγή για μετεγγραφές σπουδαστών, και ένα άρθρο που αφορά αποκλειστικά το δικαστικό σώμα των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η πρώτη ρύθμιση (Άρθρο Ι) είναι ενδεικτική του «μείγματος» προτεραιοτήτων: αφορά την επέκταση/εφαρμογή διατάξεων ειδικού μισθολογίου στους δικαστικούς λειτουργούς του δικαστικού σώματος των ΕΔ, με χορήγηση μηνιαίων παροχών (επίδομα διεκπεραίωσης/αντιστάθμισης δαπανών και πάγια αποζημίωση ειδικών συνθηκών) και έναρξη ισχύος από 1.10.2025. Πρόκειται για κλειστή κατηγορία προσωπικού, άρα πρακτικά δεν αγγίζει τον κορμό των υπαξιωματικών, πέρα από το πολιτικό μήνυμα ότι στο «πακέτο» προ ψήφισης χωρούν και στοχευμένες μισθολογικές παρεμβάσεις για ειδικές ομάδες.
Το Άρθρο 2, που είναι και το πιο άμεσα «χειροπιαστό» για το σύνολο των στελεχών, εισάγει πλαίσιο νομικής υποστήριξης για στρατιωτικούς ενώπιον ελληνικών δικαστηρίων/δικαστικών αρχών. Η ρύθμιση καλύπτει περιπτώσεις προκαταρκτικής εξέτασης ή ποινικής δίωξης για αδικήματα που αποδίδονται ότι τελέστηκαν κατά την άσκηση καθηκόντων, καθώς και περιπτώσεις αγωγών για πράξεις/παραλείψεις κατά την εκτέλεση καθηκόντων. Μέχρι εδώ, η πρόβλεψη ακούγεται ως λογική ασπίδα για όσους βρίσκονται εκτεθειμένοι λόγω υπηρεσίας.
Ωστόσο, στο ίδιο άρθρο υπάρχουν «κόφτες» που περιορίζουν το εύρος του μέτρου και, για αρκετούς υπαξιωματικούς, αφήνουν αίσθηση ότι το κράτος κρατά απόσταση όταν μια υπόθεση γίνεται πραγματικά δύσκολη. Η νομική υποστήριξη εξαιρείται όταν η ποινική δίωξη ασκήθηκε κατόπιν καταγγελίας δημόσιας υπηρεσίας ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, καθώς και όταν το Ελληνικό Δημόσιο έχει την ιδιότητα αντιδίκου. Με απλά λόγια, υπάρχουν σενάρια στα οποία ένας στρατιωτικός μπορεί να βρεθεί σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση, και το πλαίσιο να μην ενεργοποιείται.
Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η «μηχανική» εφαρμογής. Η εκπροσώπηση γίνεται από πληρεξούσιο δικηγόρο που συμβάλλεται με το ΥΠΕΘΑ ανά υπόθεση, με ανώτατο όριο αξίας σύμβασης που συνδέεται με αμοιβές/πίνακες αναφοράς και τίθεται ως πολλαπλάσιο συγκεκριμένων ποσών. Η υποστήριξη παρέχεται κατόπιν αναφοράς του στελέχους και απόφαση λαμβάνει αρμόδιο όργανο του ΥΠΕΘΑ με προβλεπόμενη διαδικασία και γνώμη της στρατιωτικής ηγεσίας. Αυτό δημιουργεί μια πραγματικότητα όπου το μέτρο δεν λειτουργεί ως αυτόματο δικαίωμα «με το που προκύψει πρόβλημα», αλλά ως διαδικασία που περνά διοικητικά φίλτρα.
Το πιο «βαρύ» σημείο, που αναπόφευκτα θα συζητηθεί μέσα στις μονάδες, αφορά το οικονομικό σκέλος. Οι δαπάνες βαρύνουν τον προϋπολογισμό, όμως η καταβολή τους προβλέπεται υπό όρους που συνδέονται με τελεσίδικη δικαίωση (αθώωση/απαλλαγή ή αντίστοιχη τελεσίδικη εξέλιξη), μαζί με την προσκόμιση των νόμιμων εγγράφων. Στην πράξη, για το στέλεχος αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η «ανάσα» έρχεται στο τέλος μιας μακράς διαδρομής, όχι στην αρχή της. Η τροπολογία ορίζει επίσης ότι το πλαίσιο μπορεί να καταλάβει και εκκρεμείς υποθέσεις, κάτι που, αν εφαρμοστεί χωρίς καθυστερήσεις, αποτελεί τη μία καθαρή προσθήκη με άμεση χρησιμότητα.
Το Άρθρο 3 κινείται σε διαφορετικό πεδίο: αφορά μετεγγραφές αδελφών, με ρητή ένταξη της Σχολής Αξιωματικών Νοσηλευτικής (ΣΑΝ) στο πλαίσιο του ν. 4692/2020 και αναδιατύπωση σχετικών παραγράφων. Στο ίδιο περιεχόμενο φαίνεται η αναφορά και σε σχολές των ΕΔ, μεταξύ των οποίων οι Α.Σ.Σ.Υ., άρα αφορά κυρίως οικογένειες και σπουδαστές, όχι τον υπηρετούντα υπαξιωματικό στην καθημερινή του πραγματικότητα. Είναι μια τεχνική προσαρμογή με κοινωνική διάσταση, χωρίς να απαντά σε εκείνα τα «βαριά» αιτήματα που συνήθως συνοδεύουν τη συζήτηση για τον ρόλο και τη θέση των υπαξιωματικών.
Η επόμενη αλλαγή (Άρθρο 4) έχει σαφέστερο αποτύπωμα στις μεταθέσεις, όμως αφορά συγκεκριμένη περίπτωση: συνυπηρέτηση στρατιωτικών με μη μονιμοποιημένους ΕΠΟΠ. Η διάταξη προβλέπει υποχρεωτική υπηρεσία στον τόπο που υπηρετεί ο/η μη μονιμοποιημένος/η ΕΠΟΠ, κατόπιν αναφοράς και των δύο συζύγων, με παραπομπή στις προϋποθέσεις συγκεκριμένης υπουργικής απόφασης που ρυθμίζει το πλαίσιο τοποθετήσεων/μεταθέσεων/αποσπάσεων. Για όσους εμπίπτουν σε αυτό το σχήμα, πρόκειται για διευκόλυνση που μπορεί να αποτρέψει οικογενειακό «σπάσιμο».
Το πρόβλημα είναι ότι, για τον μέσο υπαξιωματικό, αυτή η διάταξη μπορεί να μοιάζει «σωστή αλλά μικρή»: αφορά έναν στενό κύκλο προσωπικού και δεν αγγίζει την ευρύτερη αγωνία γύρω από τις μεταθέσεις, την προβλεψιμότητα, τα κριτήρια, τον πραγματικό φόρτο που δημιουργεί η συνεχής κινητικότητα, ούτε τις ιδιαιτερότητες οικογενειών που βρίσκονται σε άλλες μορφές υπηρεσιακής ασυμβατότητας. Δημιουργεί ένα ακόμη ειδικό κανάλι, χωρίς να δείχνει συνολική αναδιάταξη πολιτικής, κάτι που ζητείται επίμονα στη βάση.
Το Άρθρο 5 είναι εκείνο που πιθανότατα θα προκαλέσει την πιο «γκρίζα» ανάγνωση μέσα στο προσωπικό, επειδή αφορά χρήματα και μάλιστα στο τέλος της διαδρομής: εισάγει κράτηση για την καταβολή εφάπαξ για μετοχική σχέση έως 31.12.2014 στους Ειδικούς Λογαριασμούς Αλληλοβοήθειας Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, με προσθήκη παραγράφου στο ν.δ. 398/1974 και έναρξη ισχύος από 1.10.2025. Η κράτηση υπολογίζεται επί της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου κατά την έξοδο από την υπηρεσία και του αντίστοιχου που ίσχυε μέχρι 30.9.2025, πολλαπλασιάζεται επί τους μήνες μετοχικής σχέσης μέχρι 31.12.2014, και παρακρατείται συμψηφιστικά από το καταβαλλόμενο εφάπαξ. Επιπλέον, ορίζεται ότι η κράτηση αυτή δεν συνυπολογίζεται στον μαθηματικό τύπο της σχετικής διάταξης για εφάπαξ παροχή.
Για τον υπαξιωματικό που πλησιάζει αποστρατεία, τέτοια ρύθμιση δεν διαβάζεται ως «βελτίωση», όσο κι αν παρουσιάζεται ως τεχνική εξισορρόπηση. Στο πεδίο, μεταφράζεται ως μηχανισμός παρακράτησης που μπορεί να ροκανίσει το τελικό ποσό, ειδικά σε περιβάλλον όπου οι οικονομικές προσδοκίες συνδέονται με αυξήσεις/μεταβολές μισθολογικών δεδομένων. Ακόμη κι αν το ΥΠΕΘΑ το βλέπει ως εργαλείο σταθερότητας των λογαριασμών, για πολλούς θα μοιάζει με «λογιστικό φρένο» σε μια παροχή που θεωρείται αποτέλεσμα δεκαετιών εισφορών και υπηρεσίας.
Βάζοντας όλα τα παραπάνω μαζί, η συνολική εικόνα των τροποποιήσεων δείχνει περιορισμένη εμβέλεια σε σχέση με όσα ακούγονται ως ανάγκες των υπαξιωματικών. Η νομική υποστήριξη είναι χρήσιμη ως ιδέα, όμως έρχεται με εξαιρέσεις και διαδικαστικούς όρους που θα κρίνουν την πραγματική της αξία στην πράξη. Η συνυπηρέτηση αφορά στενή κατηγορία (μη μονιμοποιημένος/η ΕΠΟΠ) και δεν απαντά στο ευρύτερο «παζλ» μεταθέσεων. Το εφάπαξ αποκτά μια νέα παρακράτηση για παλαιότερη μετοχική σχέση, κάτι που δύσκολα θα εκληφθεί ως φιλο-προσωπικό μέτρο. Τα υπόλοιπα άρθρα κινούνται εκτός της καθημερινής ατζέντας των υπαξιωματικών, είτε επειδή αφορούν το δικαστικό σώμα είτε επειδή σχετίζονται με σπουδαστές/οικογένειες.
Αυτό είναι και το βασικό συμπέρασμα: προ ψήφισης, οι αλλαγές που κατατίθενται δεν δίνουν την αίσθηση μιας «μεγάλης απάντησης» στο στρώμα εκείνο των στελεχών που κρατά τη λειτουργία των μονάδων σε 24ωρη βάση. Για τους υπαξιωματικούς, η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που προστέθηκε και σε αυτό που περίμεναν παραμένει αισθητή. Και σε ένα νομοσχέδιο που φέρει στον τίτλο του τη «μετάβαση στη νέα εποχή», οι προ ψήφισης διορθώσεις δείχνουν περισσότερο διαχειριστικές παρά διορθωτικές ως προς τα πραγματικά σημεία τριβής.
Πηγές:
Τροπολογία/Προσθήκη ΥΠΕΘΑ στο σχέδιο νόμου «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή…»