Η δημόσια παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο σύνολο της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας συνιστά μία από τις πιο ευθείες και πολιτικά εστιασμένες συγκρούσεις προέδρου των ΗΠΑ με το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα των τελευταίων δεκαετιών. Με μια εκτενή και ασυνήθιστα λεπτομερή ανακοίνωση στο Truth Social, ο Τραμπ στοχοποιεί ευθέως τους μεγάλους αμυντικούς εργολάβους, κατηγορώντας τους ότι διοχετεύουν τεράστια κεφάλαια σε μερίσματα, επαναγορές μετοχών και πακέτα αμοιβών στελεχών, αντί να τα επενδύουν σε παραγωγική ικανότητα, υποδομές και συντήρηση στρατιωτικού εξοπλισμού.

Η παρέμβαση αυτή ξεπερνά το επίπεδο της ρητορικής. Ο Τραμπ προαναγγέλλει πλαφόν 5 εκατομμυρίων δολαρίων στις αμοιβές των ανώτατων στελεχών, απαγόρευση διανομής μερισμάτων και stock buybacks, καθώς και υποχρέωση κατασκευής νέων και σύγχρονων γραμμών παραγωγής ως προϋπόθεση για την επιστροφή στην «κανονικότητα». Η προσέγγιση αυτή θυμίζει περισσότερο λογική πολεμικής οικονομίας παρά λειτουργία ελεύθερης αγοράς, με την παραγωγική ισχύ να τίθεται στο επίκεντρο της εθνικής ασφάλειας.
Η χρονική συγκυρία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σκληρότητα της τοποθέτησης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν σοβαρές καθυστερήσεις στην παραγωγή πυρομαχικών, αντιαεροπορικών συστημάτων, ανταλλακτικών και κρίσιμων υποσυστημάτων, την ώρα που οι επιχειρησιακές απαιτήσεις αυξάνονται σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ινδο-Ειρηνικό. Το αφήγημα Τραμπ βασίζεται σε μια απλή αλλά αιχμηρή διαπίστωση: η βιομηχανία εμφανίζει ισχυρούς ισολογισμούς, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις περιμένουν εξοπλισμό.
Στο επίκεντρο της ανακοίνωσης βρίσκεται η πλήρης αναδιάταξη προτεραιοτήτων. Ο Τραμπ απαιτεί από τις αμυντικές εταιρείες να επενδύσουν άμεσα σε νέα εργοστάσια, σύγχρονες γραμμές παραγωγής και υποδομές συντήρησης, τόσο για τα υφιστάμενα συστήματα όσο και για τα μελλοντικά οπλικά προγράμματα. Παράλληλα, θέτει ξεκάθαρα το ζήτημα της υποστήριξης μετά την πώληση, επισημαίνοντας ότι η ταχύτητα και η ποιότητα συντήρησης αποτελούν κρίσιμο επιχειρησιακό παράγοντα.
Η πλήρης μετάφραση της ανακοίνωσης στο Truth Social αποτυπώνει το εύρος και τον τόνο της παρέμβασης:
«Προς όλους τους αμερικανικούς αμυντικούς εργολάβους και τη βιομηχανία άμυνας συνολικά, ΠΡΟΣΟΧΗ:
Ενώ κατασκευάζουμε τον καλύτερο στρατιωτικό εξοπλισμό στον κόσμο, οι αμυντικοί εργολάβοι διανέμουν τεράστια μερίσματα στους μετόχους τους και προχωρούν σε μαζικές επαναγορές μετοχών, εις βάρος των επενδύσεων σε εργοστάσια και εξοπλισμό. Αυτή η πρακτική παύει να γίνεται αποδεκτή.
Τα πακέτα αμοιβών των ανώτατων στελεχών στη βιομηχανία άμυνας εμφανίζουν υπερβολή και στερούνται δικαιολογίας, αν ληφθεί υπόψη ο ρυθμός με τον οποίο παραδίδεται κρίσιμος εξοπλισμός στον στρατό μας και στους συμμάχους μας. Οι αμυντικές εταιρείες οφείλουν να παράγουν ταχύτερα και να συντηρούν αποτελεσματικότερα τον εξοπλισμό που παραδίδουν.
Από αυτή τη στιγμή και μετά, τα στελέχη οφείλουν να κατασκευάσουν νέα και σύγχρονα εργοστάσια παραγωγής και συντήρησης, καθώς και εγκαταστάσεις για τα επόμενης γενιάς οπλικά συστήματα. Μέχρι να συμβεί αυτό, οι αμοιβές των ανώτατων στελεχών περιορίζονται στα 5 εκατομμύρια δολάρια.
Η συντήρηση και επισκευή του εξοπλισμού απαιτεί άμεση επιτάχυνση. Ως Πρόεδρος, απαιτώ συντήρηση ακριβή και έγκαιρη.
Ως εκ τούτου, η διανομή μερισμάτων και οι επαναγορές μετοχών αναστέλλονται έως την αποκατάσταση αυτών των προβλημάτων. Ο στρατιωτικός εξοπλισμός απαιτεί άμεση παραγωγή, με κεφάλαια που σήμερα κατευθύνονται σε μερίσματα και υπεραμοιβές, αντί για νέο δανεισμό ή κρατική χρηματοδότηση.
Σε βάθος χρόνου, αυτή η πορεία ωφελεί τόσο τα στελέχη όσο και τους μετόχους, επειδή ενισχύει τη χώρα μας. ΚΑΝΤΕ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΞΑΝΑ ΜΕΓΑΛΗ.»
Η ουσία της παρέμβασης Τραμπ αφορά την ανατροπή του άτυπου συμβολαίου που κυριάρχησε επί δεκαετίες μεταξύ Πενταγώνου και αμυντικής βιομηχανίας. Η κερδοφορία παύει να λειτουργεί ως αυτοσκοπός και η πολεμική παραγωγική ικανότητα αναδεικνύεται σε στρατηγικό δείκτη ισχύος. Το μήνυμα προς τις εταιρείες είναι σαφές: νέα εργοστάσια, γραμμές παραγωγής και ταχύτητα παράδοσης αποκτούν προτεραιότητα έναντι της χρηματοοικονομικής μηχανικής.
Οι αντιδράσεις στις αγορές και στους επενδυτικούς κύκλους ήδη αποτυπώνουν το μέγεθος της σύγκρουσης. Για πρώτη φορά τίθεται δημόσια το ερώτημα αν η αμερικανική αμυντική βιομηχανία διαθέτει την πραγματική ικανότητα να υποστηρίξει μακροχρόνια σύγκρουση υψηλής έντασης. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρωτοβουλία Τραμπ λειτουργεί λιγότερο ως ιδεολογική δήλωση και περισσότερο ως ωμή στρατηγική επιλογή.
Το βέβαιο είναι ότι το τοπίο αλλάζει. Η αμερικανική αμυντική βιομηχανία καλείται να αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να παράγει γρήγορα, μαζικά και αξιόπιστα, σε ένα περιβάλλον όπου η ισχύς μετριέται πλέον σε ρυθμούς παραγωγής και διαθεσιμότητα συστημάτων, όχι μόνο σε οικονομικά μεγέθη.